
Η Φωνη Της Ψυχης

Πληροφοριες..
«Η Φωνή Της Ψυχής» Είναι Ενας Χώρος Οπου Η Αγάπη Και Η Μουσική Συναντούν Την Ψυχή..Μέσα Από Συναισθηματικά Φορτισμένα Κείμενα Και Στίχους Τραγουδιών Το Μπλογκ Αναζητά Την Ουσία Των Ανθρώπινων Συναισθημάτων Μεταφέροντας Τις Πιο Βαθιές Και Αυθεντικές Σκέψεις..Από Την Αέναη Αναζήτηση Της Αγάπης Μέχρι Τη Δύναμη Της Μουσικής Να Αγγίξει Και Να Θεραπεύσει Κάθε Ανάρτηση Είναι Μια Πρόσκληση Να Αφεθείς Στον Κόσμο Των Συναισθημάτων Και Να Ακούσεις Την Εσωτερική Σου Φωνή. .Είτε Πρόκειται Για Ποίηση Ειτε Για Στίχους Τραγουδιών Το Μπλογκ Σε Καλεί Να Συνδεθείς Με Τη Δική Σου Ψυχή Και Να Ανακαλύψεις Τη Μαγεία Της Συναισθηματικής Εκφρασης..
Τα Πνευματικα Δικαιωματα Απο Τα Κειμενα Και Τους Στιχους Ειναι Κατοχυρωμενα Και Ανηκουν Στη Βικη Σιωμοπουλου..
Αν Οι Στίχοι Τα Κείμενα Και Τα Παραμύθια Μου Αγγίζουν Την Ψυχή Σας Και Επιθυμείτε Να Υποστηρίξετε Το Δημιουργικό Μου Ταξίδι Μπορείτε Να Κάνετε Μια Ελεύθερη Συνεισφορά Μέσω PayPal.. Σας Ευχαριστώ Από Καρδιάς Που Είστε Συνοδοιπόροι Μου!! Υποστήριξη Δημιουργού: paypal.me/VickySio
Μάθετε πρώτοι τα νέα!

«Η Φωνή Της Ψυχής» Είναι Ενας Χώρος Οπου Η Αγάπη Και Η Μουσική Συναντούν Την Ψυχή..

Αγάπη Και Έρωτας: Δύο Καρδιές Ένα Ταξίδι..
Η Aγάπη Eίναι H Φωτιά Που Ζεσταίνει Την Ψυχή Το Απαλό Χάδι Που Γαληνεύει Τις Πιο Ταραγμένες Θάλασσες Της Καρδιάς..Είναι Το Βλέμμα Που Δεν Χρειάζεται Λόγια Το Αγγιγμα Που Μιλάει Σε Γλώσσα Αόρατη Κατανοητή Μόνο Από Δυο Ψυχές Που Εχουν Ενωθεί..Ο Ερωτας Από Την Αλλη Είναι Η Καταιγίδα Που Φέρνει Ζωή Το Πάθος Που Καίει Σαν Φλόγα Αχόρταγη.. Είναι Η Λαχτάρα Ενός Φιλιού Ο Χτύπος Της Καρδιάς Που Γίνεται Πιο Δυνατός Κάθε Φορά Που Αντικρίζεις Τον Ανθρωπο Που Αγαπάς..Είναι Η Στιγμή Που Ο Χρόνος Σταματά Και Οτι Υπάρχει Είναι Μόνο Εκείνοι Οι Δυο...Αγάπη Και Ερωτας..Δύο Δυνάμεις Αλληλένδετες Που Γεννιούνται Ξαφνικά Που Κατακτούν Που Δίνουν Φτερά..Μα Η Πραγματική Τους Μαγεία Δεν Είναι Στο Πώς Ξεκινούν Αλλά Στο Πώς Κρατούνται Ζωντανές Σαν Αστέρια Που Δεν Σβήνουν Ποτέ..Διότι Η Αληθινή Αγάπη Δεν Είναι Μόνο Οι Φλόγες Του Ερωτα Αλλά Και Η Σπίθα Που Μένει Ακόμα Και Στις Πιο Δύσκολες Στιγμές..Είναι Η Υπόσχεση Η Αφοσίωση Η Επιλογή Να Κρατάς Το Χέρι Κάποιου Οχι Μόνο Οταν Ο Δρόμος Είναι Φωτεινός Αλλά Και Οταν Ολα Σκοτεινιάζουν..Έτσι Η Αγάπη Και Ο Ερωτας Είναι Το Πιο Ομορφο Ταξίδι..Και Οταν Είναι Αληθινά Δεν Τελειώνουν Ποτέ…

Όταν Η Καρδιά Αγαπά Μονάχα Σιωπηλά..
Υπάρχουν Ερωτες Που Γεννιούνται Για Να Ανθίσουν Να Φωτίσουν Τον Κόσμο Με Την Ομορφιά Τους..Και Υπάρχουν Ερωτες Που Γεννιούνται Για Να Χαθούν Να Μείνουν Σαν Σκιά Στην καρδιά Σαν Ενα "Αν" Που Στοιχειώνει Τις Νύχτες..Ήσουν Το Φως Μου Η Ανάσα Που Δεν Πήρα Η Αγκαλιά Που Λαχτάρησα Μα Δεν Εφτασα Ποτέ..Σε Αγάπησα Σιωπηλά Με Κάθε Χτύπο Της Καρδιάς Μου Με Κάθε Βλέμμα Που Κρυφά Εψαχνε Το Δικό Σου..Και Κάθε Φορά Που Ησουν Κοντά Η Ψυχή Μου Φλεγόταν Από Ελπίδα – Μόνο Για Να Σβήσει Ξανά Στη Μοναξιά Της..Ο Ανεκπλήρωτος Ερωτας Είναι Ο Πιο Σκληρός..Δεν Εχει Τέλος Δεν Εχει Αρχή Μονάχα Μια Αίσθηση Απώλειας Για Κάτι Που Δεν Εζησες Αλλά Το Ενιωσες Σαν Να Ηταν Ολος Σου Ο Κόσμος..Είναι Τα Δάκρυα Που Κυλούν Αθόρυβα Οι Νύχτες Που Γεμίζουν Με Σιωπηλές Προσευχές Οι Λέξεις Που Ποτέ Δεν Ειπώθηκαν..Και Ομως Ακόμα Κι Ετσι Η Αγάπη Αυτή Παραμένει..Δεν Ξεθωριάζει Δεν Χάνεται Δεν Προδίδει..Ζει Μέσα Μου Ακόμα Κι Αν Πονά Ακόμα Κι Αν Ξέρω Πως Ποτέ Δεν Θα Γίνει Πραγματικότητα..Γιατί Μερικοί Ερωτες Δεν Είναι Γραφτό Να Ολοκληρωθούν..Είναι Γραφτό Μόνο Να Καίνε Για Πάντα Στην Ψυχή…

Αγάπη Στο Σκοτάδι: Το Φως Που Ήρθε Αναπάντεχα..
Κάποτε, η ζωή μου ήταν γεμάτη σκιές. Κάθε μέρα έμοιαζε με την άλλη, βυθισμένη σε μια ατελείωτη νύχτα που δεν έλεγε να τελειώσει..Η καρδιά μου, βαριά από πόνο και απογοήτευση, περίμενε απλά την επόμενη μέρα να περάσει, σαν να ήταν όλα προδιαγεγραμμένα..Στον κόσμο μου υπήρχε μόνο σκοτάδι, κι η ελπίδα φαινόταν τόσο μακριά..Και τότε, αναπάντεχα, εμφανίστηκες εσύ. Ήρθες αθόρυβα, σαν μια απαλότητα που άγγιξε την ψυχή μου χωρίς να το καταλάβω..Δεν ήθελα να πιστέψω ότι η αγάπη μπορεί να ξαναγεννηθεί μέσα από τα συντρίμμια, αλλά εσύ με έκανες να το δω..Ήσουν το φως που έσπασε τη σκοτεινιά, η λάμψη που έδιωξε τις αμφιβολίες και τον φόβο που κρατούσα μέσα μου..Με κάθε σου λέξη, κάθε σου βλέμμα, η ψυχή μου άρχισε να γεμίζει από κάτι που είχα ξεχάσει: χαρά..Ήρθες εκεί που όλα ήταν βυθισμένα στο πένθος, και μ' έναν τρόπο που μόνο η αγάπη ξέρει, έκανες το σκοτάδι να μοιάζει με παρελθόν..Εσύ ήσουν το φως που ανέτειλε και έφερε το πρωί στην καρδιά μου..Η ζωή μου άλλαξε εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το περιμένω..Δεν ήταν μια αγάπη που ήρθε με σπουδαιότητα ή με βαρύτητα, αλλά ήταν η αγάπη που ήρθε με την απλότητα του να είναι αληθινή..Και αυτό ήταν αρκετό.. Γιατί δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο πια, παρά μόνο να αγαπήσω και να αγαπηθώ σε αυτο το νέο φως που έφερες..

Όταν Οι Ψυχές Αναγνωρίζονται..
Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται στη ζωή μας σαν ξένοι, και υπάρχουν εκείνοι που εμφανίζονται και νιώθουμε πως τους ξέραμε πάντα. Δεν τους έχουμε δει ποτέ, δεν έχουμε ακούσει τη φωνή τους πριν, αλλά κάτι μέσα μας ψιθυρίζει ότι αυτή η ψυχή μάς είναι οικεία..Είναι το βλέμμα που διαρκεί λίγο περισσότερο, η σιωπή που δεν φέρνει αμηχανία αλλά γαλήνη. Είναι το άγγιγμα που μοιάζει με επιστροφή, όχι με αρχή. Σαν να υπήρξαμε μαζί σε μια άλλη ζωή, σαν οι δρόμοι μας να ήταν πάντα προορισμένοι να συναντηθούν, ακόμα κι αν χρειάστηκε χρόνος, αποστάσεις, ίσως και δοκιμασίες για να φτάσουμε εδώ..Όταν οι ψυχές αναγνωρίζονται, δεν χρειάζονται εξηγήσεις..Δεν χρειάζονται λέξεις..Αρκεί μια ματιά, ένα χαμόγελο, μια αίσθηση βαθιά μέσα στο στήθος ότι αυτή η παρουσία είναι διαφορετική..Ότι εδώ υπάρχει κάτι παραπάνω από μια απλή γνωριμία—υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μας που βρήκε το ταίρι του..Και δεν έχει σημασία αν αυτή η συνάντηση κρατήσει μια στιγμή ή μια αιωνιότητα..Γιατί όταν οι ψυχές αναγνωρίζονται, αφήνουν σημάδια που δεν σβήνονται ποτέ..

Στη Σκιά Μιας Αγάπης..
Κάποτε ήσουν τα πάντα. Μια ανάσα που γέμιζε το κενό, μια φλόγα που ζέσταινε τη νύχτα. Κάθε λέξη σου μια υπόσχεση, κάθε βλέμμα σου ένας κόσμος που χτιζόταν μόνο για μας..Και τώρα; Τώρα μονάχα σιωπή..Οι δρόμοι χώρισαν, οι καρδιές απομακρύνθηκαν, κι όμως...Η σκιά σου ακόμα ζει στις στιγμές που δεν ξεθώριασαν.. Στους δρόμους που περπατήσαμε, στα τραγούδια που τραγουδήσαμε, σε εκείνες τις λέξεις που ποτέ δεν ειπώθηκαν..Μπορεί η ζωή να συνέχισε, μα μερικές αγάπες δεν τελειώνουν... απλώς χάνονται..Σαν ψίθυρος στον άνεμο, σαν όνειρο που ξυπνάς και παλεύεις να θυμηθείς..
Ήσουν το "πάντα" μου... και έγινες το "κάποτε"..

Η Στιγμή Που Άλλαξε Τα Πάντα..
Δεν το καταλαβαίνουμε πάντα τη στιγμή που συμβαίνει..Συχνά, οι πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή μας έρχονται αθόρυβα, χωρίς προειδοποίηση..Μια απλή επιλογή, ένα βλέμμα που διήρκεσε λίγο παραπάνω, μια συνάντηση που έμοιαζε τυχαία—κι όμως, μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα, ολόκληρη η πορεία μας άλλαξε χωρίς να το ξέρουμε..Ίσως ήταν εκείνη η βροχερή νύχτα που αποφάσισες να πάρεις έναν δρόμο διαφορετικό από τον συνηθισμένο σου..Ίσως ήταν η στιγμή που άφησες κάποιον να σε πλησιάσει, χωρίς να ξέρεις ότι θα γινόταν το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή σου..Ή ίσως ήταν εκείνο το απλό "ναι" ή "όχι" που καθόρισε τα πάντα..Μερικές φορές, η ζωή μας αλλάζει όχι με θορυβώδεις αποφάσεις, αλλά με τις πιο ήσυχες στιγμές—εκείνες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες, μέχρι που κοιτάμε πίσω και καταλαβαίνουμε:
"Εκείνη η στιγμή… ήταν η αρχή των πάντων."
Και το πιο όμορφο απ' όλα; Ποτέ δεν ξέρουμε ποια στιγμή θα είναι αυτή.. Μπορεί να είναι σήμερα..Μπορεί να είναι αύριο..Αλλά θα έρθει, όπως όλες οι μεγάλες στιγμές—ήσυχα, αναπάντεχα, και θα αλλάξει τα πάντα..

Ο Χρόνος Η Ζωή Και Ο Ερωτας..
Ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν..Κυλάει ασταμάτητα, σαν ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω..Η ζωή μας δίνεται σαν δώρο, αλλά καμιά φορά τη σκορπάμε σε αναμονές, σε "ίσως", σε "κάποτε"..Και ο έρωτας; Ο έρωτας είναι η φωτιά που δίνει νόημα στα πάντα, αλλά και η φλόγα που μπορεί να μας κάψει..Κρατάμε ανθρώπους μέσα μας, ακόμα κι όταν έχουν φύγει..Ζούμε σε αναμνήσεις, σε χαμένα "σ' αγαπώ" που δεν ειπώθηκαν ποτέ ή που χάθηκαν στο χάος της καθημερινότητας..Κι όμως, η ζωή συνεχίζει..Δεν σταματά για κανέναν..Ίσως το μυστικό να είναι να ζούμε τη στιγμή, να λέμε όσα νιώθουμε χωρίς φόβο, να αγαπάμε χωρίς να μετράμε το χρόνο..Γιατί ό,τι αξίζει, δεν χάνεται..Και ό,τι χάνεται, ίσως δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό μας..

''Μια Αγάπη Που Περιμένει"
"Ο χρόνος περνά, αλλά κάποια συναισθήματα παραμένουν ανέγγιχτα, ακέραια..Όσα είχαμε, όσα ζήσαμε, παραμένουν ζωντανά μέσα μου, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα..Αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να σβήσει με τον χρόνο, είναι οι στιγμές που μας ένωσαν, οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν, τα βλέμματα που συναντηθήκαμε..Κι αν η ζωή μας πήρε σε διαφορετικά μονοπάτια, θα συνεχίσω να σε αναζητώ, εκεί, στο άρωμα του αέρα, στην ηρεμία της σιωπής, εκεί που η αγάπη μας ποτέ δεν θα ξεχαστεί..Γιατί η αγάπη, αυτή η αληθινή, δεν πεθαίνει ποτέ..Μπορεί να μείνει σιωπηλή, να περιμένει, αλλά πάντα υπάρχει, έτοιμη να ξαναγεννηθεί..Και αν ποτέ επιστρέψεις, θα ξέρεις ότι η καρδιά μου θα είναι εκεί, περιμένοντας.."

"Η Σιωπή που Μιλάει"
"Στον αέρα της σιωπής, οι σκέψεις μου χορεύουν,
σαν χαμένα φύλλα στον άνεμο, που δεν γνωρίζουν που να πάνε..
Η καρδιά μου τρέχει με ταχύτερους ρυθμούς,
όπως το φως που ανατέλλει και αγγίζει τον κόσμο ξανά,
αλλά οι λέξεις μένουν πάντα ανεξήγητες..
Ήρθες και άφησες το άρωμά σου στα όνειρά μου,
και τώρα, κάθε στιγμή χωρίς εσένα είναι ένα κομμάτι σιωπής.
Τα χέρια μου απλώνονται στον αέρα,
να σε αγγίξουν, να σε φτάσουν, αλλά πάντα λείπεις,
σαν το φως που περιμένει να σβήσει για να ξαναγεννηθεί.."

"Αστέρια στην Ομίχλη"
"Τα όνειρα μου ταξιδεύουν μέσα στην ομίχλη,με χέρια απλωμένα να αγγίξουν το άγνωστο..Η καρδιά μου, όμως, πάντα βρίσκει το δικό σου όνομα,όπως το φως που παλεύει να βγει απ’ την νύχτα..Η σιωπή είναι γεμάτη από λέξεις που δεν ειπώθηκαν,σαν τραγούδι που ξεχάστηκε, μα ποτέ δεν σίγησε..Κάθε στιγμή που περνά, η απουσία σου γίνεται πιο έντονη,και ο χρόνος, αυτός ο αδιάκοπος εχθρός, δεν μου επιτρέπει να σε ξεχάσω.."Το βλέμμα σου σαν άστρα που χάθηκαν στον ουρανό,μα η λάμψη τους φωτίζει ακόμα τις σκέψεις μου..Κάθε βήμα μακριά από σένα, κάθε σιωπή που σπάζει,αφήνει μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ..Και αναρωτιέμαι αν ο χρόνος θα μας φέρει ξανά,ή αν θα μείνουμε απλώς δύο κόσμους που κοιτάζονται από μακριά..Η απουσία σου γεμίζει το χώρο μου,κι όμως κάθε στιγμή που περνά είναι γεμάτη από εσένα..

"Η Σημασία Της Συγχώρεσης"
Η πόλη ήταν ήσυχη εκείνη την ημέρα, με τα σύννεφα να σκιάζουν τα στενά δρομάκια και το φως του ήλιου να πέφτει αχνά πάνω στις παλιές πέτρινες προσόψεις των κτιρίων..Ο Αλέξανδρος περπατούσε βιαστικά, η καρδιά του βαριά σαν πέτρα..Κάθε του βήμα τον έφερνε πιο κοντά στο σπίτι της Ελένης, αλλά η σκέψη ότι θα την έβλεπε ξανά, μετά από τόσους μήνες σιωπής, του προκαλούσε περισσότερη αγωνία παρά ανακούφιση..Δεν μπορούσε να ξεχάσει το βράδυ που η σχέση τους κατέρρευσε..Το ψέμα του, η αποτυχία του να την στηρίξει όταν εκείνη τον είχε ανάγκη, ήταν αρκετό για να σβήσει όλη την αγάπη που κάποτε τους ένωνε..Και η Ελένη, η γυναίκα που κάποτε του είχε παραδοθεί ολόκληρη, τον είχε κοιτάξει με θλίψη και απογοήτευση πριν τον διώξει από τη ζωή της, σιωπηλή και πικραμένη..Ο Αλέξανδρος εσφιγγε τα δάχτυλά του γύρω από την τσάντα του..Δεν ήξερε αν ήταν έτοιμος να της ζητήσει συγχώρεση, αν μπορούσε να βρει τις σωστές λέξεις για να εκφράσει την ενοχή του..Ο πόνος που είχε προκαλέσει της είχε κόψει την ανάσα, και εκείνος ένιωθε αδύναμος μπροστά της..Από την άλλη πλευρά, η Ελένη καθόταν στο μικρό της παράθυρο, με τα μάτια να κοιτούν τον κόσμο έξω από το παράθυρο, αλλά η σκέψη της ήταν κολλημένη σε εκείνον, στον Αλέξανδρο..Όταν του είχε πει αντίο, δεν ήταν απλά ένα τέλος..Ήταν το κλείσιμο μιας πόρτας που άφηνε πίσω της πληγές και δάκρυα. Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο η ανάγκη για συμφιλίωση μεγαλώνανε.. Το μίσος δεν μπορούσε να την κρατήσει ζωντανή. Χρειαζόταν κάτι πιο δυνατό για να προχωρήσει μπροστά, κάτι που δεν μπορούσε να βρει παρά μόνο μέσα από τη συγχώρεση..Ο ήχος από το κουδούνι του σπιτιού της Ελένης έκοψε την απόλυτη σιωπή της μέρας..Ο Αλέξανδρος στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά στην πόρτα, διστάζοντας..Κάθε γροθιά που χτυπούσε την πόρτα ήταν σαν να χτυπούσε κατευθείαν στην καρδιά του..Τα λόγια, οι εξηγήσεις, η συγγνώμη – όλα φαινόταν να κολλάνε στο στόμα του..Τι θα μπορούσε να της πει που να αξίζει; Ποια λέξη θα μπορούσε να σβήσει τον πόνο που είχε προκαλέσει;Η πόρτα άνοιξε και η Ελένη βρέθηκε μπροστά του..Το βλέμμα της ήταν ψυχρό, αλλά τα μάτια της φανέρωναν τη μακρόχρονη πίκρα που κρατούσε κρυμμένη..Εκείνος ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό.. Η σιωπή τους γέμιζε τον αέρα γύρω τους, ένα αόρατο τείχος που τους χώριζε..Δεν ήξερε αν μπορούσε να πει κάτι που να την κάνει να ακούσει..
"Ελένη..." είπε τελικά, η φωνή του βαρειά και γεμάτη αμφιβολία.
Η Ελένη τον κοίταξε για μια στιγμή, το βλέμμα της σκληρό.."Τι θέλεις, Αλέξανδρε;" ρώτησε, και ο ήχος της φωνής της φάνηκε να τον διαπερνά σαν μαχαίρι..Δεν ήξερε αν τον έπαιρνε για τον άνθρωπο που ήταν κάποτε ή αν το θυμόταν μόνο ως τη σκιά του πόνου που της είχε προκαλέσει.."Ξέρω ότι δε μπορείς να με συγχωρέσεις... αλλά αν είναι να υπάρχει ακόμα κάτι, αν υπάρχει έστω μια ελπίδα, πρέπει να το προσπαθήσουμε", είπε και έκανε ένα βήμα μπροστά..Η Ελένη τον κοίταξε, και για μια στιγμή φάνηκε να χάνει την ισχυρή εμφάνιση που είχε καταφέρει να διατηρήσει τόσους μήνες..Η καρδιά της ήταν γεμάτη θυμό και φόβο, αλλά και πόθο για να κλείσει το κεφάλαιο της οριστικής απομάκρυνσης..Η συγχώρεση φάνταζε αδύνατη, αλλά η επιθυμία να προχωρήσουν μπροστά παρέμενε δυνατή.."Πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις, Αλέξανδρε;" ρώτησε, με τη φωνή της να τρέμει από τη συγκίνηση. "Πόσο δύσκολο είναι να συγχωρείς τον άνθρωπο που σε πλήγωσε τόσο βαθιά;"Ο Αλέξανδρος σιώπησε για μια στιγμή, η καρδιά του βαριά..Τι μπορούσε να πει για να απαλύνει τον πόνο που είχε προκαλέσει;"Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο..Ξέρω ότι σου πήρα κάτι πολύτιμο και δεν μπορώ να το αλλάξω..Αλλά το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι μετάνιωσα... και αν υπήρχε τρόπος να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα το έκανα..Είσαι ο μόνος άνθρωπος που αγαπώ και ξέρω πως χωρίς εσένα, είμαι χαμένος.."Η σιωπή τους πλημμύρισε ξανά..Οι λέξεις αιωρούνταν στον αέρα, βαρές και γεμάτες συναισθηματική ένταση..Η Ελένη ένιωθε ότι κάτι είχε αλλάξει στον τρόπο που την κοιτούσε, και παρά την πληγή που της είχε προκαλέσει, το βλέμμα του της έδειχνε κάτι αληθινό..Μια απόφαση, μια ειλικρίνεια που ποτέ πριν δεν είχε δει..Τελικά, ύστερα από εκείνη τη στιγμή, ήξερε ότι η συγχώρεση δεν ήταν κάτι που μπορούσε να δοθεί εν μια νυκτί..Ήταν μια πορεία που έπρεπε να διανύσουν και οι δύο..Αλλά, ίσως, αυτό ήταν το πρώτο βήμα.."Αλέξανδρε... δεν ξέρω αν μπορώ να συγχωρήσω αμέσως..Αλλά θα προσπαθήσω, για μένα και για μας..Για όσα ήμασταν και για όσα μπορεί να γίνουμε", είπε με μια ήρεμη φωνή, και για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, του χαμογέλασε..Η πόρτα έκλεισε πίσω τους, και η συγχώρεση, αν και δύσκολη, είχε αρχίσει να φυτρώνει σαν σπόρος..Η μέρα που ακολούθησε ήταν γεμάτη σιωπή και σκέψεις..Η Ελένη, καθισμένη στο παράθυρο, παρατηρούσε τον ήλιο που έπεφτε σιγά-σιγά στον ορίζοντα..Στο μυαλό της, εικόνες από το παρελθόν έρχονταν και έφευγαν με ταχύτητα..Μνήμες γέλιου, μνήμες δακρύων, τα λόγια του Αλέξανδρου να αντηχούν ακόμα στην καρδιά της..Είχε περάσει τόσος καιρός από εκείνη τη στιγμή που όλα είχαν αλλάξει, αλλά ποτέ δεν είχε σταματήσει να τον αγαπάει..Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξανδρος περνούσε τις ώρες του με την ίδια σκέψη..Η συνειδητοποίηση ότι είχε πληγώσει την Ελένη τόσο βαθιά τον καταδίωκε, και όσο κι αν προσπαθούσε να τη διαγράψει από το μυαλό του, εκείνη ήταν πάντα εκεί, σαν σκιά πάνω από την καθημερινότητά του..Η υπόσχεση που της είχε δώσει, ότι θα προσπαθήσει να την κερδίσει πίσω, δεν ήταν απλώς λόγια – ήταν κάτι που είχε ήδη βυθιστεί μέσα του, σαν φλόγα που θα τον οδηγούσε στο μέλλον..Ο Αλέξανδρος έστειλε ένα μήνυμα στην Ελένη εκείνο το απόγευμα, προσπαθώντας να βρει την αφορμή για να την ξαναβρεί, να βρουν τον κοινό τους τόπο..Ήθελε να της πει ότι ήταν έτοιμος να την ακούσει, να της δώσει το χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται..Η Ελένη κοίταξε το μήνυμα με μια βαθιά ανάσα.. Κάθε λέξη του Αλέξανδρου την έπιανε σαν δόρυ στην καρδιά της..Ήξερε ότι θα έπρεπε να αποφασίσει αν θα του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία ή αν θα τον αφήσει να φύγει για πάντα..Η συγχώρεση δεν ήταν μόνο θέμα του να του επιτρέψει να επιστρέψει στη ζωή της, αλλά και να συγχωρήσει τον εαυτό της που τόσα χρόνια είχε αφήσει τον πόνο να την καθοδηγεί..Αποφάσισε τελικά να τον καλέσει, να μιλήσουν πρόσωπο με πρόσωπο.. Όταν οι δρόμοι τους συναντήθηκαν ξανά, κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα..Η σιωπή που υπήρχε ανάμεσά τους ήταν πιο ζωντανή από ποτέ, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν γεμάτη από κατηγορίες..Ήταν γεμάτη από την ανάγκη να βρουν μια διέξοδο από τον κύκλο του θυμού και της απογοήτευσης.."Ελένη, ξέρω ότι το λάθος που έκανα δεν μπορει να διορθωθεί με λόγια..Αλλά θέλω να ξέρεις ότι είμαι εδώ, για ό,τι χρειαστείς.. Και αν μείνουμε μαζί ή αν χωρίσουμε, θέλω να είσαι καλά..Αυτό είναι το μόνο που μετράει για μένα τώρα.."Η Ελένη τον κοίταξε για μια στιγμή, τα μάτια της γεμάτα συγκίνηση.. "Αλέξανδρε, δεν ξέρω αν μπορώ να σε συγχωρήσω ολοκληρωτικά..Αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να κρατάμε μίσος..Αν θέλεις να ξαναχτίσουμε κάτι, τότε πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και να αφήσουμε πίσω μας όλο το βάρος.."Η λέξη "ειλικρίνεια" ήταν το κλειδί που και οι δύο αναζητούσαν..Όχι μόνο να συγχωρέσουν τον άλλον, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό, να αποδεχτούν τα λάθη τους και να επιτρέψουν στον εαυτό τους να κάνουν νέα βήματα.."Δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, Ελένη, αλλά θέλω να προσπαθήσουμε..Αν δεν το δοκιμάσουμε, θα το μετανιώσουμε και οι δύο", είπε ο Αλέξανδρος, και τα λόγια του ήταν σαν μια υπόσχεση που, για πρώτη φορά, ένιωθε πραγματική..Η Ελένη χαμογέλασε ελαφρά, νιώθοντας την πίεση που κουβαλούσε για τόσο καιρό να υποχωρεί..Ήξερε ότι δεν ήταν η τελευταία ευκαιρία τους, αλλά αν δεν έκαναν το πρώτο βήμα, τότε όλα θα παρέμεναν στο σκοτάδι.."Έχεις δίκιο..Ας το προσπαθήσουμε", απάντησε, και η καρδιά τους άρχισε να χτυπά ξανά με μια νέα ελπίδα..Από εκείνη τη μέρα, η Ελένη και ο Αλέξανδρος έμαθαν να μιλούν ανοιχτά για τα συναισθήματά τους, να συγχωρούν και να αποδέχονται ο ένας τον άλλον όπως είναι..Το βάρος του παρελθόντος, όσο και αν δεν έπαψε να τους επηρεάζει, άρχισε να εξασθενεί..Μαζί, βρήκαν τη δύναμη να χτίσουν κάτι καινούριο, πιο δυνατό, πιο αληθινό..Δεν ήταν πάντα εύκολο, δεν ήταν πάντα τέλειο..Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι και οι δύο είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν μαζί, χωρίς να ξεχνούν τα λάθη τους, αλλά να τα βλέπουν ως κομμάτια που τους δίδαξαν να είναι καλύτεροι άνθρωποι..Όταν η αγάπη είναι ειλικρινής, η συγχώρεση δεν είναι μόνο μια πράξη, αλλά και μια διαδικασία – μια διαδικασία για να θεραπευτείς, να μεγαλώσεις και να ανακαλύψεις τη δύναμή σου..Το τελευταίο βράδυ που πέρασαν μαζί, κοιτάζοντας τον ουρανό γεμάτο αστέρια, ξέρουν ότι η ζωή τους θα είναι γεμάτη καινούριες προκλήσεις..Αλλά τώρα είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε, γιατί ο ένας είχε τον άλλον και μαζί είχαν τη δύναμη της συγχώρεσης και της αγάπης.."Σ' ευχαριστώ που μου έδωσες μια δεύτερη ευκαιρία", είπε ο Αλέξανδρος, και τα μάτια του είχαν μια λάμψη που η Ελένη δεν είχε δει ποτέ ξανά.."Η ζωή είναι γεμάτη από δεύτερες ευκαιρίες, Αλέξανδρε", απάντησε η Ελένη, "και αν τις αρπάζουμε με ανοιχτή καρδιά, τότε είναι που αρχίζει η αληθινή μας πορεία.."
Και έτσι, η συγχώρεση τους έγινε το θεμέλιο για κάτι νέο και όμορφο. Κάτι που θα αντέξει στο χρόνο, πέρα από τα λάθη και τις αδυναμίες, γιατί η αληθινή αγάπη πάντα βρίσκει το δρόμο της..

Μοναδικός Οπως Εγώ..
Ο Άρης είχε πάντα ένα χαμόγελο στα χείλη του, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν ένιωθε μοναξιά. Ήταν ένα παιδί που είχε κάτι ξεχωριστό, κάτι που τον έκανε να νιώθει αλλιώτικος από τους άλλους. Τα μαλλιά του δεν ήταν καφέ ή ξανθά όπως τα περισσότερα παιδιά στο σχολείο. Ήταν χρωματιστά, σαν το ουράνιο τόξο που εμφανίζεται μετά από μια βροχή. Το μπλε, το κόκκινο, το πράσινο και το κίτρινο αναμιγνύονταν μεταξύ τους, κάνοντάς τον να φαίνεται σαν ζωγραφιά.Αλλά δεν ήταν μόνο τα μαλλιά του που τον έκαναν διαφορετικό. Ο Άρης σκεφτόταν με έναν τρόπο που δεν καταλάβαιναν οι άλλοι. Δεν τον ενδιέφεραν τα ίδια πράγματα που ενδιέφεραν τα άλλα παιδιά. Ενώ εκείνα συζητούσαν για παιχνίδια και για τις τελευταίες τάσεις στη μόδα, ο Άρης ήθελε να μάθει για τα αστέρια και για τα μυστήρια του σύμπαντος. Του άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παρατηρεί τα ζώα, να καταγράφει τα χρώματα των λουλουδιών και να αναρωτιέται πώς η φύση συνεργάζεται με τον κόσμο γύρω της.Ένα πρωινό, όταν μπήκε στην αυλή του σχολείου για πρώτη φορά, τα άλλα παιδιά γύρισαν και τον κοιτούσαν περίεργα. Ο Άρης ένιωσε για άλλη μια φορά την αίσθηση της απομόνωσης. Τι να σκεφτόταν άραγε το καθένα; Σίγουρα ήταν το πρώτο πράγμα που παρατηρούσαν: τα πολύχρωμα μαλλιά του.
«Γιατί τα μαλλιά σου είναι έτσι;» ρώτησε η Μαρίνα, μια συμμαθήτρια του.
«Είναι τα μαλλιά μου. Είναι διαφορετικά, όπως και εγώ,» απάντησε ο Άρης με ένα μικρό χαμόγελο.
«Δεν είναι περίεργο;» είπε ο Νίκος, γελώντας. «Τα μαλλιά σου μοιάζουν με τα χρώματα ενός παιχνιδιού. Τι περίεργο!»
Ο Άρης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Ήθελε να απαντήσει, να τους πει πόσο όμορφο είναι να είσαι διαφορετικός, αλλά κάτι τον εμπόδιζε. Ίσως φοβόταν να ακούσει περισσότερα γελάκια, ίσως δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει. Για πρώτη φορά ένιωσε τη διαφορετικότητά του σαν βάρος.Όμως, δεν το έβαλε κάτω. Κάθε μέρα πήγαινε στο σχολείο με την ελπίδα ότι ίσως, αυτή τη φορά, οι άλλοι θα καταλάβουν. Δεν σταμάτησε ποτέ να μιλάει για τα αστέρια, να εξηγεί τα πράγματα που τον ενθουσίαζαν. Είχε πάντα το βλέμμα του στραμμένο στον ουρανό και στην ομορφιά που υπήρχε γύρω του.Μια μέρα, καθώς καθόταν στην αυλή και παρατηρούσε τα πουλιά που πετούσαν στον ουρανό, η Μαρία, μια πιο ήσυχη συμμαθήτρια, ήρθε κοντά του.
«Άρη, πες μου περισσότερα για τα αστέρια. Δεν καταλαβαίνω πώς λειτουργούν, αλλά φαίνεται να σου αρέσουν πολύ.»
Ο Άρης κοίταξε τη Μαρία με έκπληξη. «Πραγματικά; Ενδιαφέρεσαι για τα αστέρια;» ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε η Μαρία με ένα χαμόγελο. «Θα ήθελα να μάθω περισσότερα.»
Από εκείνη τη μέρα, ο Άρης άρχισε να βλέπει τον κόσμο γύρω του διαφορετικά. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι εκεί για να γελούν με τη διαφορετικότητά του. Κάποιοι, όπως η Μαρία, ήταν ανοιχτοί να μάθουν, να ακούσουν και να καταλάβουν τα πράγματα που τον ενθουσίαζαν.Σιγά σιγά, τα άλλα παιδιά άρχισαν να τον πλησιάζουν. Ο Άρης άρχισε να μοιράζεται τις γνώσεις του, και οι άλλοι άρχισαν να εκτιμούν τις μοναδικές του ιδέες. Καθώς ο καιρός περνούσε, ο Άρης ανακάλυψε ότι η διαφορετικότητά του δεν ήταν κάτι που έπρεπε να κρύβει ή να ντρέπεται. Ήταν το πιο όμορφο μέρος του εαυτού του.Η καρδιά του γεμίστηκε με χαρά όταν είδε ότι πλέον υπήρχαν παιδιά που τον θαύμαζαν για την μοναδικότητά του. Εκείνος ήταν ο Άρης, ο μοναδικός, και αυτό ήταν το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο.Ο καιρός περνούσε και ο Άρης άρχισε να αισθάνεται πιο άνετα με τον εαυτό του. Στην αρχή, ήταν διστακτικός, αλλά με την υποστήριξη της Μαρίας και άλλων παιδιών, συνειδητοποίησε ότι οι μοναδικές του σκέψεις και η εμφάνιση του δεν ήταν κάτι να ντρέπεται. Αντίθετα, αυτά τα χαρακτηριστικά τον έκαναν να ξεχωρίζει και να δείχνει στους άλλους πόσο πολύτιμος ήταν.Μια μέρα, το σχολείο ανακοίνωσε ότι θα είχαν μια έκθεση ζωγραφικής και όλοι οι μαθητές έπρεπε να συμμετάσχουν. Ο Άρης ένιωσε την ανησυχία να ανεβαίνει μέσα του. «Τι να ζωγραφίσω; Θα φτιάξω κάτι που οι άλλοι να καταλάβουν;»
Αλλά τότε, θυμήθηκε κάτι που του είχε πει η Μαρία. «Άρη, ζωγράφισε κάτι που εκφράζει εσένα. Δεν χρειάζεται να είναι όμορφο για τους άλλους. Εσύ το φτιάχνεις και αυτό είναι που έχει σημασία.»
Έτσι, ο Άρης πήρε τα χρώματα του και άρχισε να ζωγραφίζει. Δεν ήταν μια συνηθισμένη ζωγραφιά με λουλούδια ή ζώα. Ο Άρης ζωγράφισε το σύμπαν, με όλα τα αστέρια, τους πλανήτες και τους μακρινους γαλαξίες, έτσι όπως τα έβλεπε ο ίδιος. Για εκείνον, το σύμπαν ήταν κάτι το μαγευτικό, γεμάτο φως και χρώματα, ακριβώς όπως τα μαλλιά του.Η ημέρα της έκθεσης ήρθε και ο Άρης τοποθέτησε τη ζωγραφιά του στο κέντρο της αίθουσας. Τα άλλα παιδιά πέρασαν δίπλα της και κοιτάζοντας τα φωτεινά αστέρια και τους πλανήτες, κάτι άρχισε να αλλάζει. Η Μαρίνα, που στην αρχή γελούσε μαζί του για τα μαλλιά του, πλησίασε τον Άρη και είπε με εντυπωσιασμό: «Δεν το είχα σκεφτεί έτσι! Τα αστέρια είναι τόσο όμορφα, δεν το φανταζόμουν ποτέ πως το σύμπαν θα μπορούσε να είναι τόσο… μαγευτικό.»
Ο Άρης χαμογέλασε. «Αυτό βλέπω όταν κοιτάω τον ουρανό.»
Τα άλλα παιδιά άρχισαν να ρωτάνε και να ενδιαφέρονται για τη ζωγραφιά του. Ο Άρης άρχισε να τους εξηγεί με ενθουσιασμό τι κάθε αστέρι σημαίνει για εκείνον και πόσο όμορφο είναι να βλέπεις τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Δεν ήταν πια ο «διαφορετικός Άρης», αλλά ο Άρης που έδειχνε στους άλλους μια νέα, υπέροχη διάσταση του κόσμου.Η έκθεση τελείωσε, και ο δάσκαλος, βλέποντας την εντυπωσιακή αντίδραση των μαθητών, είπε: «Η αληθινή τέχνη δεν είναι αυτή που είναι ίδια με την κοινή γνώμη, αλλά αυτή που μας κάνει να δούμε τον κόσμο με άλλα ματια. Ο Άρης μας έδειξε ένα νέο τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα γύρω μας.»Από εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν ήταν μόνο αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, αλλά και θαυμαζόταν για τη μοναδικότητά του. Κάθε φορά που κάτι τον έκανε να νιώθει διαφορετικός, τώρα ήξερε ότι αυτή η διαφορά ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχε. Οι συμμαθητές του άρχισαν να τον ρωτούν περισσότερα για τα αστέρια, για τη φύση και για τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο. Και ο Άρης, χαμογελώντας, τους έδειχνε τον δρόμο να βλέπουν την ομορφιά εκεί έξω, έτσι όπως την έβλεπε ο ίδιος: μοναδική.
Μήνυμα του Παραμυθιού:
Ο Άρης δίδαξε στα παιδιά γύρω του ότι η διαφορετικότητα δεν είναι εμπόδιο, αλλά δώρο. Μπορείς να είσαι μοναδικός, να σκέφτεσαι διαφορετικά και να δείχνεις με τη δική σου φωνή στον κόσμο πόσο πολύτιμος είσαι. Και η αποδοχή της μοναδικότητάς σου, είναι το πρώτο βήμα για να κάνεις τον κόσμο γύρω σου καλύτερο.

"Μια Καρδιά Στο Σκοτάδι"
Υπάρχουν στιγμές που νομίζουμε ότι οι άνθρωποι γύρω μας είναι δύσκολοι, ακατανόητοι, ακόμα και αδιάφοροι. Σαν να κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους, κάτι που δεν μπορούμε να αγγίξουμε. Όμως, τι γίνεται όταν κοιτάξεις πιο προσεκτικά; Όταν κοιτάξεις πέρα από τις σιωπές τους, τις σκληρές λέξεις και τα φαινομενικά ψυχρά βλέμματα;Αυτός ο άνθρωπος που φαινομενικά σε απομακρύνει, που δημιουργεί τοίχους γύρω του, έχει μια καρδιά που καίγεται από την επιθυμία να αγαπήσει. Η σκληρότητα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ασπίδα για να προστατευτεί από πληγές που δεν έχει μάθει ακόμα πώς να γιατρέψει. Είναι σαν να κρύβει την αγάπη του σε ένα κλουβί, φοβούμενος να την αφήσει ελεύθερη, φοβούμενος να την προσφέρει σε αυτούς που ίσως δεν τη νιώσουν αληθινά..Μα αν έχεις την υπομονή να το δεις μέσα από τα μάτια του, θα καταλάβεις..Η αγάπη του είναι αργή και διστακτική, αλλά είναι εκεί. Ίσως να μην είναι λέξεις που ακούς, αλλά είναι πράξεις. Ίσως να μην είναι άμεση η έκφραση του συναισθήματός του, αλλά είναι το βλέμμα του όταν σε κοιτάζει, η προσοχή του όταν σου προσφέρει βοήθεια χωρίς να το περιμένεις.Μην κρίνεις έναν δύσκολο χαρακτήρα με την πρώτη ματιά. Η αγάπη δεν είναι πάντα εκφραστική με τον τρόπο που την περιμένουμε. Όταν καταφέρεις να δεις πέρα από το σκληρό περίβλημα, θα ανακαλύψεις μια καρδιά γεμάτη συναισθήματα και επιθυμία να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και αυτή η αγάπη, αν την αφήσεις να ανθίσει, θα είναι μία από τις πιο αληθινές και δυνατές που έχεις νιώσει ποτέ.

Σκέψεις Στην Ησυχία..
Η σιωπή με περιβάλλει και όλες οι σκέψεις μου έρχονται σαν κύματα, σαν το κύμα που χτυπάει την ακτή και μετά απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω του τη σκιά της. Νιώθω έντονα την ανάγκη να καταλάβω, να βρω μια απάντηση στις ερωτήσεις που βασανίζουν το μυαλό μου. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να εκφράσουμε ό,τι νιώθουμε; Γιατί κρατάμε τις σκέψεις μας φυλακισμένες μέσα μας, σαν κάτι που φοβόμαστε να δείξουμε στον κόσμο;Πόσες φορές προσπάθησα να πω τα σωστά λόγια και δεν τα κατάφερα; Πόσες φορές άφησα το φόβο να με καταπιεί και να μου στερήσει τη δύναμη να μιλήσω; Μερικές φορές νομίζω ότι αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος άνθρωποι που φοβούνται να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι, άνθρωποι που κρύβουν την αλήθεια τους πίσω από προσωπεία, προσπαθώντας να αποφύγουν την απόρριψη. Αλλά… ίσως ο φόβος είναι αυτός που μας ενώνει. Όλοι φοβόμαστε, όλοι έχουμε τα ίδια ανείπωτα πράγματα μέσα μας, απλά δεν ξέρουμε πώς να τα μοιραστούμε..Γιατί είναι τόσο δύσκολο να πεις "σ' αγαπώ" και να το εννοείς; Να αφήσεις τον εαυτό σου να είναι ευάλωτος, να νιώσεις τον πόνο και την ομορφιά της αγάπης χωρίς φόβο για το τέλος της; Κι όμως, κάπου μέσα μας ξέρουμε ότι αυτή η αγάπη είναι η μόνη που αξίζει να ζήσεις, η μόνη που έχει αξία γιατί είναι αληθινή, γνήσια, τέλεια και όλα ταυτόχρονα..Αυτές οι σκέψεις με βασανίζουν, αλλά με κάνουν και να ελπίζω. Γιατί μπορεί οι άνθρωποι να κρύβονται πίσω από τις άμυνές τους, αλλά κάποια στιγμή, αν έχεις υπομονή, θα δεις την αλήθεια να βγαίνει στην επιφάνεια..Ίσως τότε καταλάβουμε όλοι ότι, τελικά, δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε την αγάπη..Η αληθινή αγάπη είναι αυτή που μας κάνει να αναστενάζουμε από ευτυχία και να κλαίμε από ανακούφιση, είναι αυτή που μας ενώνει, όχι αυτή που μας χωρίζει..Και εγώ… εγώ περιμένω να βρω τη δύναμη να εκφράσω αυτά που νιώθω, να αφήσω τις σκέψεις μου να πετάξουν στον αέρα, να χαθούν και να γίνουν κάτι όμορφο..Ίσως κάπου εκεί έξω να υπάρχει κάποιος που θα καταλάβει, ίσως και κάποιος που θα μοιραστεί αυτή την αναζήτηση μαζί μου..Και τότε, οι σκέψεις θα σταματήσουν να είναι βάρος και θα γίνουν η γέφυρα που θα μας ενώνει..

Η Σκιά Του Χρόνου..
Στο
φως της αυγής, η σκιά χορεύει,
όπως ο
άνεμος που ποτέ δεν σταματά.
Μια
υπόσχεση στο σκοτάδι αναστενάζει,
και
η καρδιά μεθάει, σε κάθε του ματιά.
Η σιωπή ψιθυρίζει λόγια κρυμμένα,
που
μόνο οι ψυχές τολμούν να ακούσουν.
Στα
μάτια σου καθρεφτίζεται η θλίψη,
μα
και μια ελπίδα που για πάντα ανθεί.
Η νύχτα μιλάει με γλώσσα αρχαία,
κι
εμείς, χαμένοι, παρακολουθούμε.
Αλλά
η αγάπη πάντα βρίσκει το δρόμο,
όπως
το φως που σιγά-σιγά ξυπνάει.
Με κάθε βήμα, η καρδιά μας χτυπά,
ως
η φωνή της ψυχής γίνεται κραυγή.
Και
τότε, μέσα στη σιωπή, μας βρίσκει η
αλήθεια—
η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ,
ούτε όταν όλα γύρω μας σιωπούν.

Μου Λείπεις Αλλά Δεν Στο Λέω..
Δεν ξέρω αν με
σκέφτεσαι..
Δεν ξέρω αν θυμάσαι τη
φωνή μου, το άγγιγμά μου, τις σιωπές μας
που γέμιζαν το δωμάτιο με κάτι παραπάνω
από λόγια..
Ξέρω μόνο πως μου λείπεις..Μου λείπεις τα βράδια που όλα
σωπαίνουν..Μου λείπεις τα πρωινά που
δεν έχω σε ποιον να πω "καλημέρα" με
εκείνον τον ξεχωριστό τρόπο..Μου
λείπει η αίσθηση πως κάποιος με καταλάβαινε
χωρίς να πω πολλά..Δεν στο λέω.. Όχι γιατί δεν θέλω μα
γιατί δεν ξέρω πια αν έχει σημασία..Δεν
ξέρω αν θα απαντήσεις, αν θα ακούσεις,
αν θα νιώσεις αυτό που ακόμα καίει μέσα
μου..Έχω φτιάξει μια ζωή χωρίς εσένα..Μοιάζει
σταθερή, κανονική, γεμάτη με "πρέπει"
και "έτσι είναι"..Αλλά μέσα της,
υπάρχει πάντα μια μικρή χαραμάδα που
φωνάζει το όνομά σου..Μου λείπεις, αλλά δεν στο λέω..Γιατί
κάποιες απουσίες είναι πιο ηχηρές όταν
μένουν σιωπηλές..Και κάποιοι
έρωτες ζουν σιωπηλά, ελπίζοντας σ' ένα
βλέμμα, σ' ένα βήμα πίσω… σ' ένα ίχνος
επιστροφής…

"Μια Αγάπη Που Δε Φεύγει.."
Η αγάπη αυτή είναι σαν άνεμος που δεν μπορείς να κρατήσεις, σαν ήχος που αναστενάζει στην ψυχή..Δεν φεύγει ποτέ, όσο κι αν προσπαθείς να την ξεχάσεις, όσο κι αν η ζωή σε ωθεί σε άλλες κατευθύνσεις.. Αυτή η αγάπη παραμένει, κρυμμένη στο βάθος της καρδιάς σου, σαν ένα παράθυρο που το έχεις κλείσει, αλλά πάντα υπάρχει μια μικρή χαραμάδα από όπου μπαίνει φως..Ήταν μια αγάπη που φαινόταν αδύνατη από την αρχή.. Κι όμως, τα συναισθήματα δεν τηρούν κανόνες.. Εκείνη η πρώτη ματιά, εκείνη η πρώτη κουβέντα που άφησε κάτι πίσω της, υπήρξαν αφορμή για κάτι που δεν φεύγει.. Δεν είναι μόνο οι στιγμές που ζήσαμε, είναι το συναίσθημα που βρήκαμε ο ένας στον άλλο, σαν δυο ψυχές που συναντήθηκαν σε έναν κόσμο γεμάτο χάσματα..Κι αν η ζωή μας χώρισε, αν οι δρόμοι μας δεν συνέχισαν μαζί, η αγάπη αυτή δεν παύει να υπάρχει.. Δεν φεύγει ποτέ, γιατί είναι κομμάτι μας.. Στο βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου, στη σιωπή του κόσμου γύρω μας, πάντα θα θυμόμαστε εκείνη την πρώτη αίσθηση, τη σύνδεση που ποτέ δεν απομακρύνθηκε..Αυτή η αγάπη είναι μια συνέχεια του παρελθόντος που παραμένει ζωντανή στο παρόν..Είναι η αγάπη που δεν ξεχνιέται, ούτε χάνεται.. Είναι η αγάπη που επιβιώνει μέσα στον χρόνο, ακόμα κι αν οι συνθήκες δεν την επιτρέπουν να αναπτυχθεί όπως θέλεις..Η ελπίδα και η αγάπη που παραμένει κρυφή, ακόμα κι αν δε λέγεται, είναι αυτή που δίνει δύναμη να συνεχίσουμε..

Η Στιγμή Που Εμαθα Να Με Αγαπάω..
Ήταν μια στιγμή, σαν όλες τις άλλες, αλλά και τόσο διαφορετική..Δεν είχα καταλάβει πως εκείνη η μέρα θα σηματοδοτούσε την αρχή του πιο σημαντικού ταξιδιού της ζωής μου.. Ένα ταξίδι που δεν είχε προορισμό στον έξω κόσμο, αλλά στο πιο απόμακρο, στο πιο ανεξερεύνητο σημείο: την ψυχή μου..Μεγάλωσα πάντα προσπαθώντας να ταιριάξω με τα πρότυπα των άλλων, να ακολουθήσω τις προσδοκίες που έθεταν οι άλλοι για μένα.. Άφησα τη ζωή να με παρασύρει σε έναν αγώνα χωρίς τέλος, προσπαθώντας να φτάσω την τελειότητα, να κερδίσω την αποδοχή, να διαψεύσω τις αμφιβολίες που κρύβονταν στο μυαλό μου.. Οι απογοητεύσεις ήταν αμέτρητες, και κάθε φορά που ένιωθα αποτυχημένη, έπνιγα αυτή την αίσθηση της απογοήτευσης με έναν ακόμα στόχο, με έναν ακόμα «πρέπει»..Αλλά τίποτα δεν ήταν αρκετό.. Οι ανασφάλειες παρέμεναν εκεί, σκοτεινές σκιές που με ακολουθούσαν, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες, τους ανθρώπους που ήρθαν και έφυγαν, τις κατακτήσεις..Το πιο δύσκολο ήταν ότι δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί πάντα ένιωθα πως κάτι μου έλειπε, κάτι που κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν μπορούσε να καλύψει..Και μετά ήρθε εκείνη η στιγμή.. Εντελώς ξαφνικά, σαν να μου αποκαλύφθηκε κάτι που πάντα υπήρχε εκεί, αόρατο και αδιάφορο για μένα.. Σταμάτησα να ψάχνω την επιβεβαίωση από τους άλλους.. Σταμάτησα να προσπαθώ να χωρέσω σε μια φόρμα που ποτέ δεν μου ταίριαζε.. Αποδέχτηκα την ατέλεια μου, τις αδυναμίες μου, τα λάθη μου..Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ακριβώς πώς να το κάνω αυτό, πώς να αγαπήσω τον εαυτό μου χωρίς να αναζητώ διαρκώς την έγκριση των άλλων.. Αλλά εκείνη τη στιγμή, κάτι στον εσωτερικό μου κόσμο άλλαξε.. Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου με διαφορετικά μάτια..Όχι πια ως το άτομο που αποτυγχάνει ή είναι ανεπαρκές, αλλά ως το άτομο που προσπαθεί, που μαθαίνει, που μεγαλώνει..Η αγάπη προς τον εαυτό μου δεν ήρθε σε μια στιγμή, δεν ήταν κάτι εύκολο ή φυσικό.. Ήταν μια διαδικασία, ένα συνεχές ξεδίπλωμα της καρδιάς και του μυαλού μου, σε κάθε δύσκολη στιγμή και σε κάθε χαρά.. Και σταδιακά, το φως άρχισε να μπαίνει.. Το φως που δεν προέρχεται από εξωτερικές επιβεβαιώσεις, αλλά από την εσωτερική ειρήνη που βρίσκεις όταν αποδέχεσαι τα πάντα για αυτό που είσαι..Η στιγμή που έμαθα να με αγαπάω, ήταν μια απόφαση.. Απόφαση να ακούσω τη φωνή μου, να αποδεχτώ τις ατέλειες μου και να καταλάβω ότι δεν χρειάζομαι την αποδοχή κανενός για να νιώθω πλήρης.. Είμαι αρκετή, όπως είμαι.. Και όσο μεγαλώνω, τόσο πιο δυνατή και ήρεμη νιώθω με αυτό που είμαι..

Κάθε Τέλος Είναι Μια Αρχή..
Η ζωή είναι γεμάτη από τελειώματα, από εκείνα τα στιγμιότυπα που φαίνονται σαν το τέλος ενός κύκλου.. Η αποδοχή τους δεν είναι εύκολη, καθώς τα τέλος φέρνουν πάντα την αίσθηση της απώλειας.. Όμως, όπως όλα τα τέλος, έτσι και αυτά έχουν μια μοναδική ομορφιά: είναι οι σπόροι για κάτι νέο..Όταν χάνουμε κάτι που αγαπάμε, είναι σαν να χάνουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας.. Και αυτή η απώλεια μπορεί να φαίνεται αβάσταχτη, σαν ένα σκοτάδι που δεν έχει φως στο βάθος του.. Όμως, μέσα από αυτό το σκοτάδι, από τη στιγμή της θλίψης και του πόνου, έρχεται και η αναγέννηση.. Κάθε τέλος, όσο σκληρό κι αν είναι, φέρνει μαζί του μια ευκαιρία για ανανέωση, για μια νέα αρχή..Όταν αποδεχόμαστε τις αλλαγές, ακόμη κι όταν δεν τις επιθυμούμε, μαθαίνουμε να χτίζουμε ξανά.. Κάθε νέο ξεκίνημα φέρνει μαζί του έναν αέρα ελπίδας..Μπορεί να είναι τρομακτικό να προχωρήσουμε χωρίς το γνώριμο, χωρίς τη σιγουριά του παρελθόντος.. Αλλά αυτή η αβεβαιότητα είναι και το μυστικό της δύναμης μας.. Όταν ξεκινάμε από το μηδέν, ανακαλύπτουμε δυνάμεις που ούτε καν γνωρίζαμε πως έχουμε..Η ζωή δεν είναι μόνο για να αντέχουμε τα τέλος, αλλά για να μαθαίνουμε πώς να ξαναρχίζουμε, να ανακαλύπτουμε την εσωτερική μας δύναμη και να προχωράμε μπροστά, αφήνοντας πίσω μας τις σκιές του χθες.. Κάθε τέλος είναι μια πρόσκληση για μια καινούργια αρχή..Κάθε απογοήτευση είναι μια υπενθύμιση ότι μπορούμε να αναγεννηθούμε και να εξελιχθούμε..Και έτσι, καθώς αφήνουμε πίσω μας ότι πονάει, αγκαλιάζουμε τη δυνατότητα να ζήσουμε ξανά, με περισσότερο φως, περισσότερη σοφία και μια ανανεωμένη πίστη στην ελπίδα που κρύβει η ζωή.. Γιατί, στο τέλος, κάθε τέλος είναι απλά η αρχή μιας νέας περιπέτειας..

"Στη Σιωπή Βρίσκουμε την Αλήθεια.."
Υπάρχει κάτι μαγικό στην στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι το παρελθόν δεν μπορεί να μας κρατήσει πια δέσμιους και το μέλλον δεν είναι παρά μια ανοιχτή δυνατότητα.. Ζούμε για το τώρα, και αν το επιτρέψουμε, αυτό το "τώρα" μπορεί να μας μεταμορφώσει, να μας ελευθερώσει και να μας κάνει να ξαναβρούμε τον δρόμο προς την αλήθεια μας..Είναι τόσο εύκολο να βυθιστούμε σε σκέψεις για το τι πήγε στραβά, για τα λάθη του παρελθόντος που μας σημάδεψαν, και να φανταζόμαστε το μέλλον ως μια συνεχώς απομακρυνόμενη υπόσχεση.. Αλλά η πραγματική αλλαγή δεν έρχεται από το τι συνέβη ή τι θα συμβεί.. Έρχεται από την ικανότητά μας να αναγνωρίσουμε την αξία του παρόντος και να το αγκαλιάσουμε με όλη μας τη δύναμη..Όταν καταφέρουμε να σταματήσουμε για λίγο και να νιώσουμε την ηρεμία του τώρα, τότε καταλαβαίνουμε ότι ό,τι χρειαζόμαστε βρίσκεται ήδη μέσα μας.. Όλα τα στοιχεία για μια νέα αρχή, για να ζήσουμε χωρίς να φοβόμαστε το παρελθόν ή το μέλλον, είναι εκεί, αν τολμήσουμε να τα δούμε..Και αυτό το ταξίδι δεν είναι εύκολο.. Έρχεται με αμφιβολίες, φόβους και πολλές στιγμές αμφισβήτησης.. Αλλά είναι μόνο όταν σταματάμε να κυνηγάμε το αδύνατο και αποδεχόμαστε το τώρα που αρχίζουμε να ζούμε αληθινά..Αν ρωτήσουμε κάποιον άνθρωπο πότε ένιωσε πιο ζωντανός, πιο ελεύθερος, η απάντηση συχνά θα είναι μια στιγμή απλής ύπαρξης: μια στιγμή που δεν σκέφτηκε το παρελθόν, δεν ανησυχούσε για το μέλλον, αλλά ήταν απλά παρών, συνδεδεμένος με τον κόσμο γύρω του. .Αυτό είναι το μεγαλείο του τώρα.. Στιγμές γεμάτες αλήθεια και ειλικρίνεια, όπου το μόνο που έχουμε είναι η επαφή με τον εαυτό μας και τη ζωή..Αυτή η συνειδητοποίηση δεν έρχεται αμέσως.. Πολύ συχνά, η αίσθηση του "τώρα" ξεχνιέται κάτω από τα βάρη του παρελθόντος, των απογοητεύσεων και των αποτυχιών.. Είναι εύκολο να πάρουμε τον δρόμο της αυτοκριτικής, να γεμίσουμε την καρδιά με ενοχές για όλα όσα δεν κάναμε ή για όσα μας πλήγωσαν.. Η σκέψη του μέλλοντος, με τις ανασφάλειες και τους φόβους του, μας εμποδίζει να ζήσουμε στην πραγματικότητα.. Και αυτός ο φαύλος κύκλος είναι ο λόγος που τόσο συχνά ζούμε στο παρελθόν ή στο μέλλον, χωρίς να εκτιμούμε το εδώ και το τώρα..Αλλά τότε, έρχεται η στιγμή.. Εκείνη η μικρή στιγμή που όλοι μας περνάμε, όταν τα πάντα γύρω μας φαίνονται να «παγώνουν» και το μόνο που υπάρχει είναι το "τώρα".. Μπορεί να είναι ένα απλό πράγμα ένα ηλιοβασίλεμα, η αίσθηση του ανέμου στο πρόσωπό μας, ένα χαμόγελο από έναν φίλο.. Κάθε τέτοια στιγμή είναι σαν ένα μικρό δώρο που μας θυμίζει ότι το μόνο που έχει πραγματική αξία είναι το παρόν..Και εκεί, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τη δύναμη του τώρα.. Το παρελθόν δεν μπορεί να μας κρατήσει αιχμάλωτους, αν το επιτρέψουμε.. Οι πληγές του παρελθόντος, όσο βαθιές κι αν είναι, δεν πρέπει να μας καθορίζουν για πάντα.. Αν αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος του παρελθόντος είναι μέρος της πορείας μας, αλλά δεν είναι ολόκληρη η ιστορία μας, τότε μπορούμε να ελευθερωθούμε και να ζήσουμε την αλήθεια μας, χωρίς φόβο..Αλλά, το πιο σημαντικό, η δύναμη του τώρα βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ δεν μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον, μπορούμε να διαμορφώσουμε το παρόν.. Όλα όσα κάνουμε, όλες οι αποφάσεις που παίρνουμε, ακόμα και οι μικρές μας πράξεις, έχουν τη δύναμη να μας οδηγήσουν στον δρόμο που επιθυμούμε, αν τους επιτρέψουμε να είναι συνειδητές και ειλικρινείς..Όταν αφήσουμε το φόβο και τις ανασφάλειες στην άκρη, όταν αποδεχτούμε το παρόν, τότε μόνο μπορούμε να αρχίσουμε να ζούμε πλήρως, αληθινά και με σεβασμό προς τον εαυτό μας.. Το παρόν είναι ό,τι έχουμε για να δημιουργήσουμε την πραγματικότητα που επιθυμούμε.. Όταν το κατανοήσουμε αυτό, δεν έχουμε πλέον ανάγκη να προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα.. Έχουμε μόνο να ζήσουμε..

"Η Ελευθερία της Συγχώρεσης.."
Ήταν εκείνο το βράδυ που συνειδητοποίησα κάτι που πάντα απέφευγα να παραδεχτώ: η συγχώρεση δεν είναι μόνο για τους άλλους, είναι και για μένα.. Για πολύ καιρό, κράτησα μέσα μου τις πληγές, τις αδικίες και τους θυμούς.. Ήταν σαν να κουβαλούσα μια βαριά πέτρα, βουτηγμένη στις απογοητεύσεις και στην αδικία που μου είχε προκαλέσει ο κόσμος.. Και όσο την κράταγα, τόσο πιο βαριά γινόταν..Δεν ήθελα να συγχωρήσω, γιατί πίστευα πως η συγχώρεση σημαίνει αδυναμία.. Ένιωθα πως αν συγχωρούσα, τότε έχανα τη δύναμή μου, την αξιοπρέπειά μου, την υπερηφάνεια που είχα χτίσει με τόση κόπο.. Αλλά, βαθιά μέσα μου, ήξερα ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει.. Δεν μπορούσα να συνεχίσω να ζω με αυτή τη βαριά σκιά να με ακολουθεί παντού..Η στιγμή της συγχώρεσης ήρθε αργά και σιωπηλά.. Δεν ήταν κάτι εντυπωσιακό ή δραματικό.. Ήταν απλώς μια αθόρυβη συνειδητοποίηση: για να προχωρήσω, πρέπει να αφήσω πίσω μου το παρελθόν.. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι ακόμα πιο σημαντικό: η συγχώρεση δεν είναι αδυναμία.. Είναι η μεγαλύτερη πράξη δύναμης που μπορείς να κάνεις για τον εαυτό σου.. Γιατί συγχωρώντας, ελευθερώνεις την καρδιά σου.. Και μόνο τότε μπορείς να ζήσεις πραγματικά..Δεν ήταν εύκολο, ούτε γρήγορο.. Ήταν μια διαδικασία που κράτησε καιρό, γεμάτη αμφιβολίες και πόνους.. Αλλά κάθε μέρα, λίγο περισσότερο, άφηνα την πέτρα πίσω.. Και όταν τελικά κατάφερα να την αφήσω, συνειδητοποίησα πως ήμουν πιο ελεύθερη από ποτέ..Η συγχώρεση δεν ήταν για εκείνους που με πλήγωσαν.. Ήταν για μένα.. Για να μπορώ να προχωρήσω χωρίς βάρη, χωρίς να αλυσοδένομαι στο παρελθόν.. Η συγχώρεση είναι δώρο που δίνεις στον εαυτό σου, για να ελευθερωθείς από όλα όσα σε κρατούν πίσω..
Και έτσι, βήμα-βήμα, άρχισα να ζω ξανά..

"Σιωπή στο Λάθος.."
Προσπαθώ να σε φτάσω, να σου δείξω πως ο χρόνος έχει αλλάξει τα πάντα μέσα μου, πως η καρδιά μου χτυπάει μόνο για σένα, αλλά εσύ απλώς κοιτάς πέρα από μένα..Ο πόνος που νιώθω είναι μεγαλύτερος από οτιδήποτε άλλο έχω βιώσει, γιατί γνωρίζω ότι το έχω προκαλέσει εγώ.. Στην προσπάθειά μου να σε πλησιάσω, το μόνο που καταφέρνω είναι να βλέπω τα μάτια σου να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο.. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος τρόπος να επανορθώσω, δεν ξέρω αν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί σε σένα ξανά..Σου έχω ζητήσει συγγνώμη τόσες φορές, αλλά φαίνεται ότι τα λόγια δεν φτάνουν πια.. Η σιωπή σου είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που θα μπορούσες να μου επιβάλλεις, γιατί με κάνει να νιώθω χαμένη σε έναν κόσμο που ποτέ δεν θα ανήκω.. Ήταν το λάθος μου, το ξέρω.. Σε πλήγωσα και δεν μπορώ να το αλλάξω.. Μόνο που η αγάπη μου για σένα δεν έχει φύγει, είναι εκεί, κάθε μέρα, κάθε ώρα.. Και νιώθω πως αυτό το συναίσθημα με συνθλίβει..Δεν ζητάω πολλά.. Δεν ζητάω να με αγαπησεις ξανα, δεν ζητάω να με δεχτείς πίσω χωρίς να το σκεφτείς.. Απλώς θέλω να ξέρεις πόσο σε θέλω.. Θέλω να σου δείξω ότι η συγνώμη μου είναι αληθινή, ότι έχω αλλάξει και ότι αυτή η αγάπη που νιώθω για σένα δεν θα φύγει ποτέ.. Αλλά εσύ, εσύ δεν με κοιτάς πια.. Δεν μου δίνεις καμία σημασία..Το μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να προσπαθήσω να αντέξω τη σιωπή σου και να συνεχίσω να σε αγαπώ από μακριά.. Ίσως μια μέρα να καταλάβεις πόσο αληθινή ήταν η αγάπη μου για σένα.. Αλλά μέχρι τότε, η σιωπή σου είναι το μόνο που μένει.. Και πονάει..Πονάει τόσο πολύ..

«Ναι, Ισως Να Είμαι Τρελή…»
Ναι, ίσως να είμαι τρελή που ακόμα σε σκέφτομαι. Που περνάει ο καιρός κι εγώ ακόμα ψάχνω στα μάτια των άλλων το βλέμμα το δικό σου. Που σου έγραψα, σου μίλησα, σου ζήτησα συγγνώμη, κι ας ήξερα πως ίσως δεν θα έπαιρνα ποτέ απάντηση.Ίσως να είμαι τρελή που ακόμα ελπίζω. Που ακόμα σ' αγαπάω με εκείνο το καθαρό, σχεδόν παιδικό συναίσθημα το άγριο, το αληθινό. Που παραδέχομαι τα λάθη μου, που δεν σου ρίχνω ευθύνες, μόνο παρακαλάω για ένα "ναι", ένα "ίσως", ένα "σε συγχωρώ".Ξέρω πως σε πλήγωσα… Κι αυτό δεν το ξεχνάω. Δεν ζητάω να ξεχάσεις. Μόνο να με δεις ξανά όχι όπως ήμουν τότε, αλλά όπως είμαι τώρα. Να δεις την καρδιά που άλλαξε, που ωρίμασε μέσα από τον πόνο. Που ναι, ακόμα χτυπάει για σένα.
Αν αυτό με κάνει "τρελή", τότε ναι… είμαι.
Αλλά να ξέρεις κάτι: είναι προτιμότερο να είμαι τρελή από το να σταματήσω να νιώθω. Από το να ξεχάσω πώς είναι να αγαπάς αληθινά.

«Με Όλη Μου Tη Σιωπή»
Υπάρχουν
στιγμές που δεν χρειάζεται να φωνάξεις
για να ακουστείς. Αρκεί μια ανάσα, ένας
κόμπος στο λαιμό, ένα δάκρυ που δεν
κύλησε ποτέ.
Γιατί υπάρχουν πληγές
που δε φαίνονται. Μόνο πονάνε.Έκλεισα την καρδιά μου για χρόνια. Όχι
γιατί δεν ήθελα να αγαπήσω, αλλά γιατί
δεν άντεχα να πληγωθώ ξανά. Έμαθα να ζω
μέσα στη σιωπή, να φυλάω τα κομμάτια μου
μακριά απ' τον κόσμο. Ήξερα ότι αν
ξανανοίξω αυτή την πόρτα, μπορεί να μην
έχω πια τη δύναμη να την ξανακλείσω.Κι όμως… κάποιος ανθρωπος εμφανίστηκε. Με
κοίταξε λίγο πιο βαθιά. Μου μίλησε λίγο
πιο τρυφερά.Μου είπε αυτά που ήθελα
να ακούσω, μα κυρίως με έκανε να νιώσω
πως ίσως… αυτή τη φορά να είναι
αλλιώς.Και ήρθε το λάθος μου. Μια ζήλια
από αυτές τις μικρές, που γεννιούνται
όταν νοιάζεσαι. Μια στιγμή αδυναμίας
που έδειξε… πως ένιωθα πραγματικά.
Και ξαφνικά… όλα άλλαξαν.
Είπε πως δεν μπορεί να συνεχίσει. Πως δεν το αντέχει. Πως φταίει η ένταση, ο τρόπος μου, η σκιά που άφησε η ζήλια μου πάνω σε μια τόσο "τέλεια" εικόνα.Κι εγώ έμεινα να κοιτάω τα κομμάτια μου ξανά σπασμένα. Γιατί αυτή τη φορά δεν πρόλαβα ούτε να τα προστατέψω.
Ίσως ένιωσα πιο βαθιά απ' όσο άντεχε.
Ίσως τον τρόμαξε το βάρος
μιας καρδιάς που δεν έμαθε να μετρά πριν
αγαπήσει.
Ίσως δεν κατάλαβε ποτέ πόσο
δύσκολο είναι να εμπιστεύεσαι ξανά…
όταν κάποτε πληγώθηκες μέχρι το μεδούλι.
Δεν έχω κάτι να ζητήσω.
Μονάχα να
μείνω σιωπηλή, με την αλήθεια μου.
Πως
αγάπησα αληθινά.
Με ρίσκο, με φόβο,
με όλα μου τα κομμάτια γυμνά μπροστά
του.

«Όσα Δεν Φώναξα…Τα Ενιωσα..»
Κάποιες λέξεις δεν γράφτηκαν ποτέ. Κάποιες φράσεις δεν ειπώθηκαν δυνατά. Μα η ψυχή τις κράτησε μέσα της σαν ψίθυρο που γίνεται ανάσα… σαν ανάσα που γίνεται αλήθεια.
Για όλα εκείνα που δεν φώναξα…
Για
όλα εκείνα που ένιωσα…
Για όλα εκείνα
που με έκαναν να σωπαίνω, αλλά να νιώθω
πιο δυνατά από ποτέ.
«Υπάρχουν
μέρες…
που
δεν λέγονται όλα.
Που απλώς σωπαίνεις
κι αφήνεις την ψυχή να μιλήσει εκεί που
πρέπει.
Δεν είναι αδυναμία η σιωπή.
Είναι
τρόπος να προστατεύεις εκείνα που σε
έκαναν να νιώσεις… βαθιά.
Να μην
εξηγείς σε όλους τα γιατί σου.
Να
κρατάς λίγη αγάπη για σένα.
Γιατί κάποτε έδωσες περισσότερα
απ' όσα είχες.
Και έμαθες πως η καρδιά
δεν σπάει μια φορά…
μα κάθε φορά που
δεν την άκουσες.
Και τώρα… την ακούς.»
Ίσως όχι πάντα
δυνατά.
Μα τη σέβεσαι. Την αγκαλιάζεις.
Την συγχωρείς.
Δεν χρειάζεσαι πλέον φωνές για να
σε ακούσουν.
Ούτε αποδείξεις για να
σε πιστέψουν.
Έμαθες πως ό,τι αξίζει,
σε βλέπει χωρίς θόρυβο.
Και όποιος
θέλει να μείνει, στέκεται… εκεί που εσύ
δεν μιλάς πια.
Τώρα, δεν ψάχνεις να γεμίσεις τα
κενά σου με άλλους.
Τα φωτίζεις με
τον εαυτό σου.
Γιατί κατάλαβες πως
δεν είναι κακό να πέφτεις…
Κακό είναι
να ξεχνάς να σηκώνεσαι.
Κι εσύ πια…
Σηκώνεσαι αλλιώς.
Με
λιγότερα λόγια.
Με περισσότερη
αλήθεια.
Με εσένα.

Ο Σπόρος Που Δεν Ήθελε Να Γίνει Δέντρο..
Κάθε νέος δρόμος ξεκινά με ένα βήμα θάρρους.
Ακόμα κι αν φοβόμαστε, η ζωή μάς περιμένει εκεί που τολμάμε να τεντωθούμε προς το φως.
Κάποτε, βαθιά μέσα στη γη, ζούσε ένας μικρός σπόρος.
Ήταν ζεστά και ασφαλή εκεί κάτω· κανένας άνεμος δεν τον άγγιζε, καμιά βροχή δεν τον τρόμαζε.
Οι ρίζες των μεγάλων δέντρων γύρω του του έλεγαν ιστορίες για το πώς κάποτε ήταν κι εκείνα μικροί σπόροι, που τόλμησαν να βγουν στην επιφάνεια και να αντικρίσουν τον ήλιο.
Αλλά ο μικρός σπόρος κούναγε το κεφαλάκι του.
— «Όχι, όχι… εκεί έξω πρέπει να έχει κρύο, καταιγίδες, πουλιά που μπορεί να με φάνε… Εδώ είμαι καλά. Εδώ δεν κινδυνεύω.»
Μια μέρα, ένα μικρό πουλάκι έσκυψε κοντά στο χώμα και άρχισε να του μιλάει.
— «Μικρέ σπόρε, γιατί δεν ανεβαίνεις να δεις τον ουρανό; Έχεις μέσα σου ζωή που περιμένει να ανθίσει.»
— «Κι αν δεν τα καταφέρω;» ρώτησε φοβισμένα ο σπόρος.
— «Τότε… θα δοκιμάσεις ξανά. Αλλά αν δεν δοκιμάσεις ποτέ, πώς θα μάθεις πόσο όμορφη είναι η ζωή;»
Ο σπόρος έμεινε σιωπηλός. Εκείνο το βράδυ, ένιωσε τη βροχή να ποτίζει το χώμα και μια ζεστή ακτίνα ήλιου να τον χαϊδεύει.
Κάτι μέσα του άρχισε να τεντώνεται, να τρέμει… να σπρώχνει προς τα πάνω.
Κι έτσι, μια μέρα, ο μικρός σπόρος έσπασε το χώμα και αντίκρισε για πρώτη φορά τον ουρανό.
Δεν ήταν όλα εύκολα είχε δυνατούς ανέμους και βαριές βροχές αλλά κάθε φορά που λύγιζε, γινόταν και πιο δυνατός.
Τα χρόνια πέρασαν, κι εκεί που κάποτε υπήρχε ένας φοβισμένος σπόρος, τώρα στεκόταν ένα περήφανο, μεγάλο δέντρο, που έδινε σκιά, φωλιά και καρπούς σε όποιον το χρειαζόταν.
Κι όταν το μικρό πουλάκι ξαναπέρασε, το δέντρο χαμογέλασε και είπε:
— «Ευχαριστώ που μου έμαθες πως η ζωή αρχίζει όταν τολμάς να ανοίξεις την καρδιά σου.»
Μήνυμα: Μερικές φορές, το να αφήνουμε την ασφάλειά μας και να τολμάμε, μας δίνει ρίζες και φτερά.

Σιωπηλη Φλογα
Υπάρχουν έρωτες που ζουν μόνο μέσα στο μυαλό και στην καρδιά, σαν φωτιές κρυφές που καίνε αθόρυβα, χωρίς να το ξέρει κανείς. Κι εσύ είσαι αυτή η φωτιά. Κάθε στιγμή, κάθε σκέψη μου σε περιβάλλει, σε αγκαλιάζει αόρατα. Σε φαντάζομαι να περπατάς στον κόσμο σου, να γελάς, να μιλάς, να είσαι όπως είσαι, και νιώθω μια επιθυμία που δεν μπορεί να ειπωθεί, που δεν μπορεί να φανεί. Κι όμως, δεν μπορώ να την αγνοήσω.Δεν πρέπει να το μάθεις, κι όμως η σκέψη σου καταλαμβάνει κάθε γωνιά του μυαλού μου. Σαν σκιά που με ακολουθεί παντού, σαν μυστικό που η καρδιά μου δεν αντέχει να κρατήσει άλλο. Θέλω να σε ακουμπήσω, να σου μιλήσω, να σου πω όσα καίγονται μέσα μου, αλλά ξέρω ότι αν το έκανα, θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα, και δεν μπορεί να γίνει.Κάθε νύχτα, όταν ο κόσμος κοιμάται, η φλόγα αυτή γίνεται πιο δυνατή. Στις σιωπές, σε φαντάζομαι δίπλα μου, να ακούω τη φωνή σου, να νιώθω την παρουσία σου χωρίς να το ξέρεις ποτέ. Κάθε βλέμμα που φαντάζομαι, κάθε χαμόγελο που θυμάμαι, με γεμίζει με μια γλυκιά λύπη και μια αβάσταχτη χαρά μαζί. Είναι σαν να ζω σε δύο κόσμους στον κόσμο που υπάρχεις και στον κόσμο που σ' αγαπώ μυστικά.Αγάπησα την ιδέα σου πριν σε γνωρίσω πλήρως. Σε σκέφτομαι χωρίς να μπορείς να το δεις, και αυτή η αγάπη, μυστική και απαγορευμένη, γίνεται μέρος μου. Κάθε μου ανάσα σε αναζητά, κάθε μου χτύπος της καρδιάς σου ανήκει, χωρίς να ξέρεις ποτέ πως υπάρχω για σένα έτσι, τόσο βαθιά, τόσο ολοκληρωτικά.Δεν είναι μόνο έρωτας. Είναι πάθος που καίει χωρίς να μπορεί να ειπωθεί, είναι αλήθεια που πρέπει να μείνει κρυφή για να παραμείνει άθικτη. Κάθε σκέψη σου, κάθε κίνηση σου, με στοιχειώνει. Η καρδιά μου ξέρει τι αισθάνεται, αλλά ο κόσμος γύρω μου δεν μπορεί να το δει. Δεν πρέπει να το δει. Κι έτσι, αγαπώ σιωπηλά, αγαπώ μυστικά, αγαπώ πιο πολύ απ' όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, και αυτή η αγάπη με κρατά ζωντανή.Μπορεί να είναι μια μοναχική αγάπη, αόρατη, ανεξίτηλη, αλλά είναι η πιο αληθινή που είχα ποτέ. Κι έτσι, θα σε αγαπώ πάντα, χωρίς να το ξέρεις, χωρίς να μπορείς να το ξέρεις, αλλά με μια ένταση που καίει, που ορίζει κάθε σκέψη μου, κάθε στιγμή μου, κάθε ανάσα μου. Είσαι ο έρωτας που ζει μέσα μου χωρίς να μπορεί να φανεί, κι αυτή η μυστική φλόγα θα καίει για πάντα, αθόρυβα, δυνατά, μόνο για σένα.

Το Μονοπατι Της Καρδιας..
Υπάρχουν στιγμές που η καρδιά ακολουθεί δρόμους που το μυαλό αρνείται να περπατήσει. Κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα, μοιάζει σαν να ξεπερνάει το όριο που κανείς δεν τολμά να ομολογήσει. Είναι εκείνη η παράξενη σιωπή που γίνεται κραυγή, εκείνη η έλξη που καίει σαν φωτιά και όμως ντύνεται με σκιές, λες και προσπαθεί να κρυφτεί από τον κόσμο. Όσο κι αν προσποιείσαι πως δεν τη νιώθεις, σε κυκλώνει· όσο κι αν προσπαθείς να την αρνηθείς, σε δένει πιο σφιχτά.Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι απλό, δεν είναι κάτι που μπορείς να το αγνοήσεις. Είναι η δύναμη που σε κάνει να τρέμεις και ταυτόχρονα να θέλεις να χαθείς μέσα της. Κι ενώ όλα γύρω σου ψιθυρίζουν "μη", μέσα σου ακούς μόνο έναν ψίθυρο που γίνεται βροντή: "προχώρησε". Κανείς δεν ξέρει πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει αυτό που ξεκίνησε σαν σπίθα, κανείς δεν ξέρει πόσο μπορεί να σε αλλάξει. Μα ξέρεις εσύ. Και αυτό αρκεί.Γιατί τελικά, δεν είναι τα ασφαλή μονοπάτια που γράφουν ιστορία· είναι εκείνα τα κρυφά, τα σιωπηλά, τα αόρατα για τους άλλους. Εκείνα που μόνο εσύ και η ψυχή σου γνωρίζετε.

Και Καπου Εκει Γεννιεται Η Μαγεια..
Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή μιλάει πιο δυνατά από χίλιες λέξεις. Σαν ένα βλέμμα που κρύβει ιστορίες, σαν μια σκιά που ακολουθεί χωρίς να φαίνεται. Μέσα στο σκοτάδι, η ψυχή βρίσκει το θάρρος να ξεγυμνωθεί, να παραδεχτεί όσα δεν τολμά να πει στο φως..Η μουσική, μια λέξη, ένα άγγιγμα, μπορούν να γίνουν γέφυρες σε κόσμους που δεν συναντιούνται ποτέ. Είναι εκείνες οι στιγμές που δεν ξέρεις αν ζεις σε όνειρο ή στην πιο κρυφή σου αλήθεια. Κι όμως, όσο κι αν παλεύεις να το αγνοήσεις, η καρδιά πάντα επιστρέφει εκεί όπου ανήκει.Δεν είναι όλα φανερά. Κάποια πράγματα χτίζονται στη σιωπή, σε βλέμματα που δεν συναντήθηκαν ποτέ, σε λέξεις που χάθηκαν στον αέρα. Κι όμως, κουβαλούν μέσα τους μια δύναμη ικανή να αλλάξει ολόκληρους κόσμους.Ίσως αυτό είναι το μυστήριο της ζωής..Να αγαπάς, να ποθείς, να ονειρεύεσαι εκεί που δεν «πρέπει». Να χάνεσαι σε δρόμους αόρατους, σε μονοπάτια που δεν περπάτησε κανείς, μα που μέσα τους κρύβουν το δικό σου κομμάτι αλήθειας.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη σιωπή και στην αποκάλυψη, γεννιέται η μαγεία..

Σκιες Και Φως..
Υπάρχουν λέξεις που γεννιούνται μέσα μας και δεν ειπώνονται ποτέ. Σαν φωνές που ταξιδεύουν στον αέρα, σαν μυστικά που γράφονται στις σελίδες της ψυχής χωρίς να τα διαβάζει κανείς. Είναι εκείνα τα μυστικά που μας κρατούν ξύπνιους τα βράδια∙ που μας σπρώχνουν να κοιτάξουμε το σκοτάδι στα μάτια και να αναρωτηθούμε τι είναι αληθινό και τι όχι..Στην πορεία της ζωής μας, όλοι κουβαλάμε σκιές. Κάποιες είναι μικρές και σχεδόν αόρατες, άλλες όμως θεριεύουν, απλώνονται και σκεπάζουν το φως μας. Κι όμως, χωρίς αυτές τις σκιές, το φως δεν θα είχε ποτέ την ίδια δύναμη. Γιατί η λάμψη αποκτά νόημα μόνο όταν υπάρχει σκοτάδι γύρω της..Κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος κρυφός. Ένα μωσαϊκό από στιγμές που χαράχτηκαν πάνω του, από πληγές που δεν φαίνονται, από όνειρα που μένουν κλειδωμένα. Στο βλέμμα μας υπάρχει πάντα κάτι περισσότερο από αυτό που δείχνουμε∙ μια σπίθα που φανερώνει πόσα ανείπωτα κουβαλάμε..Η μουσική, η σιωπή, ακόμα και ένας ψίθυρος μπορούν να γίνουν το κλειδί που ξεκλειδώνει αυτά τα μυστικά. Γιατί μέσα από τις μελωδίες και τις λέξεις, τολμάμε να ζήσουμε όσα δεν λέμε δυνατά. Εκεί, σε μια στιγμή όπου ο χρόνος μοιάζει να παγώνει, η καρδιά μας αποκαλύπτεται χωρίς να το ζητήσουμε..Υπάρχουν όμως και οι στιγμές που νιώθουμε χαμένοι. Όταν όλα γύρω μας μοιάζουν θολά και η ψυχή μας παλεύει να βρει μια κατεύθυνση. Είναι τότε που η νύχτα αποκτά φωνή∙ που το σκοτάδι αρχίζει να μιλά μέσα μας. Μας θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχάσουμε, όσα θέλαμε να θάψουμε, όσα ποθήσαμε χωρίς ποτέ να αποκτήσουμε..Η νύχτα είναι το πιο ειλικρινές κομμάτι του κόσμου. Δεν κρύβεται πίσω από μάσκες, δεν φοβάται να δείξει όσα το φως σκεπάζει. Κάθε αστέρι στον ουρανό είναι μια ιστορία∙ κάθε σιωπή κρύβει μια κραυγή∙ κάθε αναπνοή κουβαλά μια υπόσχεση που ίσως δεν εκπληρώθηκε ποτέ..Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το μυστήριο, υπάρχει ελπίδα. Γιατί ακόμα και το πιο βαθύ σκοτάδι δεν μπορεί να σταματήσει μια σπίθα φωτός. Αρκεί ένα χαμόγελο, ένα άγγιγμα, μια φράση ειπωμένη τη σωστή στιγμή για να αλλάξει ολόκληρος ο κόσμος μας..Οι άνθρωποι συναντιούνται τυχαία∙ ή μήπως όχι; Μερικές φορές οι ψυχές αναγνωρίζονται πριν προλάβουν τα μάτια να συναντηθούν. Είναι σαν να υπήρχε πάντα ένα νήμα που τις ένωνε, έστω κι αν χρειάστηκε να χαθούν ξανά και ξανά μέχρι να βρουν τον δρόμο η μία προς την άλλη. Αυτό είναι το αληθινό μυστήριο: πώς δύο ξένοι γίνονται κομμάτι μιας κοινής μοίρας, πώς δύο καρδιές χτυπούν στον ίδιο ρυθμό χωρίς ποτέ να το έχουν προγραμματίσει..Όσο κι αν πολεμάμε τα συναισθήματά μας, αυτά πάντα βρίσκουν τρόπο να επιστρέφουν. Η καρδιά δεν γνωρίζει λογική, δεν καταλαβαίνει από όρια ή κανόνες. Ζητά μόνο να νιώσει∙ και όταν το κάνει, τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει..Κάθε φορά που αγαπάμε, ρισκάρουμε. Ρισκάρουμε να πληγωθούμε, να χάσουμε, να χαθούμε οι ίδιοι. Μα ταυτόχρονα κερδίζουμε τον εαυτό μας. Γιατί μόνο μέσα από την αγάπη, μόνο μέσα από την αποδοχή της αλήθειας μας, ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε πραγματικά..Το φως και το σκοτάδι δεν είναι αντίπαλοι. Είναι οι δύο πλευρές της ίδιας αλήθειας. Χωρίς το ένα, το άλλο χάνει τη δύναμή του. Μαζί, χτίζουν τον κόσμο μας, μας διδάσκουν, μας ωριμάζουν. Μας θυμίζουν ότι κάθε τέλος είναι μια αρχή∙ ότι κάθε πληγή κρύβει μέσα της την ελπίδα της ίασης..Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι γεμάτο μυστικά σημάδια. Μια μελωδία που παίζει ξανά και ξανά μέχρι να την ακούσουμε σωστά. Ένα μονοπάτι που φανερώνεται μόνο σε εκείνους που τολμούν να προχωρήσουν στο άγνωστο..Κι αν καμιά φορά φοβηθείς, θυμήσου: ακόμα και το πιο μακρύ σκοτάδι τελειώνει όταν ανατέλλει ο ήλιος. Και αν ο ήλιος αργεί να έρθει, γίνε εσύ το φως που περιμένεις..Γιατί η ψυχή σου, ακόμα κι αν την έχεις ξεχάσει, ξέρει πάντα τον δρόμο..

Η Σιωπη Που Φωτιζει..
Η βροχή έπεφτε αδιάκοπα πάνω στις στέγες της πόλης, σαν να ήθελε να ξεπλύνει όλες τις σκιές που είχαν συσσωρευτεί στις ψυχές των ανθρώπων. Η Ελλη περπατούσε βιαστικά, με το παλτό σφιχτά τυλιγμένο γύρω της. Δεν την ένοιαζε το κρύο, ούτε οι σταγόνες που κυλούσαν στα μαλλιά της∙ αυτό που την έπνιγε ήταν το βάρος που κουβαλούσε μέσα της.
Ήταν τριάντα οχτώ χρονών και η ζωή της έμοιαζε να έχει παγιδευτεί σε ένα κενό. Δούλευε σε μια μικρή εκδοτική εταιρεία, περνούσε τις μέρες της ανάμεσα σε χαρτιά και σελίδες γεμάτες ιστορίες άλλων ανθρώπων, μα η δική της ιστορία έμενε ασπρόμαυρη, ανολοκλήρωτη. Είχε χάσει τον πατέρα της νωρίς, μια σιωπηλή φιγούρα που πάντα της έλεγε: «Να ακούς τη σιωπή, εκεί κρύβεται η αλήθεια». Από τότε η σιωπή την τρόμαζε και την γοήτευε ταυτόχρονα.
Εκείνο το βράδυ, περπατώντας στο κέντρο, το βλέμμα της έπεσε σε μια μικρή παλιά βιτρίνα. Ήταν ένα παλαιοπωλείο, με ρολόγια, κεριά και βιβλία στοιβαγμένα άτακτα. Ένα αντικείμενο τράβηξε την προσοχή της: ένα παλιό ημερολόγιο με δερμάτινο εξώφυλλο. Σαν κάτι να την καλούσε, μπήκε μέσα.
Ο ιδιοκτήτης, ένας άντρας με βαθιά
μάτια και φωνή που έμοιαζε να κουβαλά
αιώνες, της είπε:
— Αυτό δεν είναι
για όλους. Μόνο εκείνοι που ψάχνουν θα
βρουν νόημα στις σελίδες του.
Η Ελλη χαμογέλασε αμήχανα και το αγόρασε. Δεν ήξερε γιατί.
Το ημερολόγιο
Στο σπίτι της, άναψε ένα κερί και άνοιξε το ημερολόγιο. Οι σελίδες ήταν γεμάτες χειρόγραφα, όχι κενές όπως περίμενε. Ήταν η ιστορία μιας γυναίκας, της Μελινας, που ζούσε στην ίδια πόλη έναν αιώνα πριν. Η Μελινα περιέγραφε τη μοναξιά της, την αίσθηση ότι κανείς δεν την καταλάβαινε, αλλά και έναν μυστικό έρωτα με έναν άντρα που δεν μπορούσε να έχει.
Η Ελλη ένιωσε σαν να διαβάζει τον εαυτό της. Κάθε λέξη την καθρέφτιζε.
«Η σιωπή με διδάσκει περισσότερα από τις φωνές των ανθρώπων», έγραφε η Μελινα.
Μια τυχαία γνωριμία
Τις επόμενες μέρες, η Ελλη άρχισε να επιστρέφει στο παλαιοπωλείο, να μιλά με τον ιδιοκτήτη. Το όνομά του ήταν Μάνος. Είχε έναν τρόπο να την κοιτάζει που δεν την έκανε να νιώθει εκτεθειμένη, αλλά κατανοητή.
— Γιατί πουλάς πράγματα που μοιάζουν
τόσο προσωπικά; τον ρώτησε μια μέρα.
—
Δεν πουλάω αντικείμενα, Ελλη.
Δίνω ευκαιρίες. Ο καθένας βρίσκει αυτό
που χρειάζεται. Εσύ βρήκες τη φωνή που
κρυβόταν στη σιωπή σου.
Η Ελλη τον κοίταξε αποσβολωμένη. Δεν του είχε πει τίποτα για το ημερολόγιο.
Η φωνή της Μελινας
Καθώς διάβαζε περισσότερο, ένιωθε σαν
η Μελινα να της μιλούσε.
Περιέγραφε όνειρα, φόβους, στιγμές που
πάλευε να βρει το θάρρος να ζήσει όπως
ήθελε. Σε μια σελίδα έγραφε:
«Αν
δεν τολμήσω, η σιωπή μου θα γίνει φυλακή.
Αν τολμήσω, η σιωπή μου μπορεί να γίνει
φως».
Η Ελλη άρχισε να αναρωτιέται. Πόσα χρόνια ζούσε φυλακισμένη σε μια ζωή που δεν της ανήκε; Πόσα πράγματα άφηνε να χαθούν γιατί φοβόταν;
Ο Μυστικός Δεσμός
Ένα απόγευμα, στο παλαιοπωλείο, η Ελλη μίλησε πιο ανοιχτά στον Μάνο.
— Νιώθω
σαν να μην έζησα ποτέ πραγματικά. Σαν
να είμαι απλώς θεατής.
— Και τι σε
σταματά; τη ρώτησε εκείνος.
— Ο
φόβος.
— Ο φόβος δεν είναι αλυσίδα,
Ελλη. Είναι καμπανάκι. Αν
τον ακούσεις, θα δεις πού πρέπει να
στραφείς.
Η Ελλη τον κοίταξε. Είχε δίκιο, και το ήξερε.
Η ανατροπή
Καθώς οι μέρες περνούσαν, συνειδητοποιούσε ότι είχε αρχίσει να περιμένει τις συναντήσεις με τον Μάνο. Δεν ήταν μόνο οι κουβέντες τους∙ ήταν ο τρόπος που την έκανε να νιώθει ότι υπήρχε. Όμως ένα βράδυ, ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο, βρήκε μια τελευταία σελίδα που δεν είχε προσέξει.
Η Μελινα έγραφε:
«Σήμερα,
τον αποχαιρέτησα. Ο άντρας που μου έδειξε
τον δρόμο δεν μπορούσε να μείνει. Μα δεν
με νοιάζει. Μου έμαθε πως η ζωή δεν
περιμένει. Η σιωπή δεν είναι εχθρός.
Είναι ο καθρέφτης που μου δείχνει ποια
είμαι».
Η Ελλη πάγωσε. Οι λέξεις θύμιζαν υπερβολικά τις κουβέντες του Μάνου.
Την επόμενη μέρα, πήγε ξανά στο
παλαιοπωλείο. Ήταν κλειστό. Στην πόρτα
υπήρχε μόνο ένα σημείωμα:
«Η ιστορία
που έψαχνες δεν ήταν στο ημερολόγιο,
Ελλη Ήταν μέσα
σου. Ο δρόμος είναι δικός σου τώρα».
Η Αλήθεια
Η Ελλη έμεινε ώρα εκεί, κοιτώντας το χαρτί. Ο Μάνος είχε εξαφανιστεί. Ή μήπως δεν υπήρξε ποτέ; Μήπως ήταν η ίδια η φωνή της σιωπής της που πήρε μορφή για να την οδηγήσει; Δεν είχε σημασία.
Γύρισε στο σπίτι, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε τη βροχή. Για πρώτη φορά, δεν ένιωθε παγιδευμένη. Είχε καταλάβει πως η ζωή δεν είναι να περιμένεις τον κατάλληλο χρόνο∙ είναι να τον δημιουργείς.
Το Μήνυμα
Την επόμενη μέρα, άρχισε να γράφει. Όχι για άλλους, αλλά για την ίδια. Οι λέξεις κυλούσαν σαν ποτάμι, απελευθερωμένες. Δεν ήξερε αν θα τις δει ποτέ κανείς. Μα ήξερε ότι δεν είχε πια ανάγκη την έγκριση κανενός.
Η σιωπή της δεν ήταν φυλακή∙ ήταν φως. Ένα φως που την έμαθε ότι η ζωή έχει αξία μόνο όταν τολμάς να την αγγίξεις.
Και κάπου ανάμεσα στις σελίδες που
γέμιζε με το χέρι της, ο τίτλος ήρθε
μόνος του:
«Η Σιωπή που Φωτίζει».
✨ Μήνυμα της ιστορίας: Μερικές φορές η σιωπή που φοβόμαστε περισσότερο κρύβει μέσα της τη φωνή που χρειαζόμαστε. Η ζωή δεν περιμένει είναι δική μας ευθύνη να τη ζήσουμε, να τολμήσουμε, να αγαπήσουμε.

Η Γλυκιά Απόλαυση Του Τίποτα..
Εκεί όπου ο χρόνος
παύει να σε κυνηγά και η ψυχή σου
ξεκουράζεται. Εκεί όπου δεν υπάρχει
ανάγκη για εξηγήσεις, για λέξεις, για
αποδείξεις. Μόνο εσύ, και η αλήθεια
σου.Το "τίποτα" δεν είναι κενό· είναι
η πιο γλυκιά μορφή πληρότητας. Είναι
εκείνη η στιγμή που σταματάς να γεμίζεις
τον κόσμο γύρω σου με φωνές και αρχίζεις
να ακούς τη δική σου. Που καταλαβαίνεις
ότι δεν χρειάζεται πάντα να κάνεις κάτι
για να αξίζεις. Ότι μπορείς απλώς να
είσαι να υπάρχεις κι αυτό αρκεί.
Μπορεί
να είναι ένα απόγευμα με τον ήλιο να
χάνεται πίσω απ' τα παράθυρα, ένα
φλιτζάνι καφέ που αχνίζει σιωπηλά, μια
σκέψη που σε βρίσκει κι ύστερα φεύγει.
Μπορεί να είναι ένα βλέμμα στο άπειρο,
χωρίς προορισμό, χωρίς βιασύνη. Είναι
το "τίποτα" που γεμίζει τις πιο βαθιές
μας ανάγκες με νόημα.Η γλυκιά απόλαυση
του τίποτα είναι εκεί που ο κόσμος παύει
να απαιτεί και αρχίζεις να ανασαίνεις
αληθινά.
Είναι η στιγμή που θυμάσαι
πως δεν χρειάζεται πάντα να είσαι
δυνατός, χαρούμενος ή δημιουργικός.
Μπορείς να είσαι απλώς εσύ, με τη σιωπή
σου, τις σκέψεις σου, τα άδεια σου χέρια
που κρύβουν μέσα τους όλο το σύμπαν.Κάποιες
φορές, αυτό το τίποτα γίνεται η πιο
όμορφη συνομιλία με τον εαυτό σου. Εκεί,
στην απουσία κάθε ήχου, ανακαλύπτεις
τη μουσική της ψυχής σου. Εκεί που δεν
υπάρχει φως ή σκοτάδι, αλλά μια αίσθηση
ισορροπίας, γαλήνης, ύπαρξης.
Το
τίποτα είναι η ανάπαυση μετά από την
καταιγίδα, το βλέμμα που χάνεται μέσα
στο άπειρο χωρίς να ζητά τίποτα πίσω.
Είναι το άδειο δωμάτιο που ξέρει να
χωράει όλα σου τα συναισθήματα, χωρίς
κρίση, χωρίς φόβο.Γιατί η ζωή δεν είναι
πάντα γεμάτη δράση· μερικές φορές, η
μεγαλύτερη ομορφιά κρύβεται στη
στάση.
Στο να επιτρέπεις στον εαυτό
σου να μη χρειάζεται να κάνει τίποτα.
Στο
να αφήνεσαι στο "τίποτα" και να
συνειδητοποιείς πως, εκεί, υπάρχει
τελικά… το "όλα".

Η Καρδιά του Ουράνιου Δάσους..
Μια φορά κι έναν καιρό, πέρα από τα βουνά και τα ποτάμια, υπήρχε ένα δάσος διαφορετικό απ' όλα τα άλλα. Το έλεγαν Ουράνιο Δάσος, γιατί κάθε φορά που έπεφτε η βροχή και ο ήλιος έβγαινε δειλά πίσω από τα σύννεφα, ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο αγκάλιαζε τα δέντρα του σαν πέπλο μαγείας.
Εκεί ζούσαν πολλά πλάσματα ζώα, πουλιά και νεράιδες. Μα ανάμεσά τους, υπήρχε ένα μικρό, ασημένιο ελάφι με μεγάλα, λυπημένα μάτια. Το έλεγαν Λούμιν. Από τη μέρα που γεννήθηκε, το τρίχωμά του δεν έμοιαζε με κανενός άλλου: δεν ήταν καφέ, ούτε λευκό, αλλά ασημένιο που έλαμπε σαν το φως του φεγγαριού. Και εξαιτίας αυτής της διαφοράς, τα άλλα ζώα τον κοιτούσαν με απορία.
– Δεν μοιάζεις με εμάς, του έλεγαν. Δεν ανήκεις εδώ.
Ο Λούμιν στεναχωριόταν, μα δεν μιλούσε. Κάθε νύχτα, ανέβαινε σ' ένα λόφο και κοιτούσε τον ουρανό. «Αν υπάρχει κάπου η θέση μου», σκεφτόταν, «ίσως να είναι εκεί, ανάμεσα στ' αστέρια».
Μια νύχτα, καθώς
το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στη λίμνη,
άκουσε μια ψιλή φωνή:
– Μη στεναχωριέσαι,
μικρό ελάφι. Η λάμψη σου είναι δώρο, όχι
βάρος.
Ήταν μια νεράιδα, η Αλίνα, με
φτερά σαν θραύσματα από το ουράνιο τόξο.
– Μα όλοι με
αποφεύγουν, είπε το ελάφι. Εγώ μόνο
διαφορετικός είμαι.
– Κι όμως, απάντησε
η Αλίνα χαμογελώντας, οι πιο φωτεινές
ψυχές είναι πάντα διαφορετικές. Μη
φοβάσαι τη μοναξιά σου. Μια μέρα, θα
χρειαστεί το δάσος τη λάμψη σου.
Τα λόγια της έμειναν στην καρδιά του Λούμιν. Κι όταν ήρθε εκείνη η μέρα, τα θυμήθηκε.
Ένα πρωί, ένα βαρύ σύννεφο τύλιξε το Ουράνιο Δάσος. Η βροχή δεν σταματούσε, ο ουρανός σκοτείνιασε και μια παχιά ομίχλη σκέπασε τα πάντα. Τα ζώα πανικοβλήθηκαν· κανείς δεν έβλεπε τίποτα. Δεν μπορούσαν να βρουν τον δρόμο για τα σπίτια τους.
Τότε ο Λούμιν
στάθηκε στη μέση του δάσους και το φως
του άρχισε να λάμπει δυνατότερα από
ποτέ. Σαν φάρος μέσα στη νύχτα, οδήγησε
όλα τα ζώα με ασφάλεια στα καταφύγιά
τους. Και καθώς το έκανε, άκουσε ψιθυριστά
να λένε:
– Ο Λούμιν! Το ελάφι που σώζει
το δάσος!
Η βροχή σταμάτησε, και το ουράνιο τόξο φάνηκε πάλι. Όλα τα χρώματά του ενώθηκαν γύρω από τον Λούμιν, κι από τότε, κανείς δεν τον ξαναείδε σαν "διαφορετικό". Ήταν το φως του δάσους, το σημάδι ότι η μοναδικότητα είναι δύναμη.
Η νεράιδα Αλίνα
του χαμογέλασε από ψηλά.
– Το βλέπεις
τώρα, μικρό μου; Το δώρο σου
τους έσωσε
όλους.
Ο Λούμιν έκλεισε
τα μάτια του και ψιθύρισε:
– Ίσως να
μην ανήκω στα αστέρια, μα εδώ κάτω, στο
Ουράνιο Δάσος, η λάμψη μου βρήκε λόγο
να υπάρχει.
Κι από τότε, κάθε φορά που το φως του φεγγαριού αγκαλιάζει το δάσος, κάποιοι λένε πως βλέπουν ένα ασημένιο ελάφι να περπατά αθόρυβα ανάμεσα στα δέντρα, αφήνοντας πίσω του μια αχνή λάμψη…
Μήνυμα του
παραμυθιού:
Η διαφορετικότητα δεν
είναι ελάττωμα είναι φως που ο κόσμος
χρειάζεται. Μπορεί να σε κοιτούν αλλιώς,
μα αυτό που σε ξεχωρίζει είναι κι αυτό
που μπορεί να σώσει, να εμπνεύσει και
να φωτίσει τους άλλους.

Το Αστέρι Που Έχασε Το Φως Του..
Σε έναν ουρανό γεμάτο λαμπερά αστέρια, υπήρχε ένα μικρό αστέρι που το έλεγαν Λούμο. Δεν ήταν το μεγαλύτερο, ούτε το πιο δυνατό· όμως είχε το πιο καθαρό, ζεστό φως. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων, κατέβαινε πιο χαμηλά στη Γη για να φωτίσει τα όνειρα των παιδιών.
Μια χρονιά, όμως, κάτι παράξενο συνέβη.
Ο κόσμος είχε γεμίσει λύπη. Οι άνθρωποι βιαζόντουσαν, μάλωναν, ξεχνούσαν να χαμογελάσουν. Οι δρόμοι ήταν στολισμένοι, αλλά οι καρδιές όχι. Έτσι, το φως του Λούμο άρχισε να τρεμοπαίζει… και μία νύχτα, έσβησε.
Το μικρό αστέρι έπεσε ήσυχα στη Γη, μέσα σε ένα χιονισμένο δάσος. Ήταν αδύναμο, κρύο και φοβισμένο. Για πρώτη φορά, δεν ήξερε πώς να ξαναλάμψει.
Η συνάντηση με την Ελίνα
Στο δάσος ζούσε ένα κορίτσι, η μικρή Ελίνα. Δεν είχε πολλά· μόνο ένα παλιό σπιτάκι και τη συντροφιά των ζώων. Ήταν όμως πλούσια σε καλοσύνη, γιατί πίστευε πάντα πως το φως βρίσκεται μέσα μας.
Ένα βράδυ άκουσε ένα μικρό κλάμα. Ακολούθησε τον ήχο και βρήκε το λαβωμένο αστέρι.
«Σε παρακαλώ…» ψιθύρισε το Λούμο. «Έχασα το φως μου… δεν μπορώ να γυρίσω στον ουρανό.»
Η Ελίνα δεν τρόμαξε. Το πήρε στα χέρια, το ζέστανε με την ανάσα της και είπε:
«Δεν υπάρχουν αστέρια που δεν μπορούν να ξαναλάμψουν. Χρειάζονται μόνο αγάπη.»
Κι έτσι το πήγε σπίτι της.
Το ταξίδι για να βρουν το φως
Για μέρες η Ελίνα και το Λούμο πέρασαν μαζί χρόνο. Το κορίτσι του έλεγε ιστορίες, του έφερνε ζεστό γάλα, του έδειχνε τα παιδιά του χωριού που γελούσαν όταν μοίραζε κουλουράκια.
Κάθε φορά που έβλεπε κάποια καλή πράξη, το Λούμο φεγγοβολούσε λίγο.
Λίγο… λίγο… λίγο…
Μέχρι που ξαφνικά έσβηνε πάλι.
«Γιατί το φως μου πάει κι έρχεται;» ρώτησε το μικρό αστέρι.
Η Ελίνα χαμογέλασε.
«Γιατί το φως σου εξαρτάται από τις καρδιές των ανθρώπων. Και φέτος έχουν ξεχάσει τι σημαίνει να αγαπάς χωρίς αντάλλαγμα.»
Τότε το Λούμο πήρε μια απόφαση.
Η Νύχτα της Μεγάλης Λάμψης
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, το Λούμο σύρθηκε ως την πλατεία του χωριού. Ήταν σκοτεινή, οι άνθρωποι μάλωναν, κανείς δεν χαμογελούσε.
Το μικρό αστέρι ανέβηκε ψηλά σε ένα κλαδί και φώναξε με όση δύναμη είχε:
«Σταματήστε! Δεν νιώθετε; Τα Χριστούγεννα δεν είναι τα φώτα στους δρόμους… είναι τα φώτα στις καρδιές σας!»
Οι άνθρωποι πάγωσαν. Ένα αστέρι που μιλούσε… και μάλιστα χωρίς φως.
Τότε η Ελίνα πλησίασε, το πήρε αγκαλιά και είπε:
«Δεν χρειάζεται να έχουμε πολλά. Μόνο να μην ξεχνάμε ο ένας τον άλλον.»
Κάποιος χαμογέλασε. Μετά άλλος ένας. Κάποιος ζήτησε συγγνώμη. Μια μαμά αγκάλιασε το παιδί της. Κάποιος πρόσφερε ένα κουλούρι σε έναν ηλικιωμένο.
Και τότε…
Το Λούμο άρχισε να λάμπει. Σιγά… σιγά… μέχρι που μια τεράστια, χρυσή λάμψη τύλιξε όλο το χωριό.
Το φως του έγινε τόσο δυνατό που ανέβηκε στον ουρανό και ξαναπήρε τη θέση του ανάμεσα στα μεγάλα αστέρια.
Το μήνυμα του παραμυθιού..
Τα Χριστούγεννα δεν χρειάζονται
πλούτη, ούτε τέλεια σπίτια, ούτε μεγάλα
δώρα.
Χρειάζονται μόνο ανθρώπους
που θυμούνται να αγαπούν.
Γιατί το πραγματικό φως…
είναι
αυτό που ανάβει μέσα μας όταν κάνουμε
κάτι καλό για κάποιον άλλο.
Και κάπου ψηλά, το μικρό αστέρι Λούμο συνεχίζει να λάμπει, κάθε φορά που δύο άνθρωποι μοιράζονται καλοσύνη.

Ο Άνθρωπος Που Έμαθε Να Μένει
Υπήρχε
κάποτε ένας άνθρωπος που δεν ξεχώριζε
στο πλήθος.
Δεν μιλούσε δυνατά, δεν
διεκδικούσε χώρο, δεν έκανε θόρυβο. Κι
όμως, μέσα του γινόταν καθημερινά ένας
μικρός σεισμός. Όχι από θυμό..Από
σκέψη. Από εκείνη τη σιωπηλή σκέψη που
δεν ζητά απαντήσεις, μόνο κατανόηση.
Είχε μάθει
να κρατά.
Λόγια, συναισθήματα,
επιθυμίες.
Όχι επειδή δεν είχε τι να
πει, αλλά επειδή κουράστηκε να εξηγεί.
Κάποτε μίλησε πολύ. Άνοιξε την ψυχή του
σε λάθος ώρες, σε λάθος ανθρώπους, σε
λάθος αγκαλιές. Και κάθε φορά που το
έκανε, ένιωθε πως άφηνε πίσω του ένα
κομμάτι που δεν του επέστρεφαν ποτέ.
Έτσι έμαθε
να σωπαίνει.
Όχι από αδυναμία, αλλά
από αυτοπροστασία.
Τα βράδια ήταν η πιο δύσκολη ώρα. Όταν οι φωνές έσβηναν και τα φώτα χαμήλωναν, ερχόταν αντιμέτωπος με όσα δεν έλεγε. Με τις λέξεις που έμειναν μισές. Με τις σκέψεις που δεν βρήκαν ποτέ αυτιά να τις ακούσουν χωρίς να τις κρίνουν.
Συχνά
αναρωτιόταν αν το πρόβλημα ήταν
εκείνος.
Αν ζητούσε πολλά.
Αν ήθελε
περισσότερη αλήθεια απ' όση αντέχουν
οι άνθρωποι.
Δεν ήθελε να
τον σώσουν.
Ήθελε να τον δουν.
Μια μέρα, σε
μια συνηθισμένη στιγμή όχι σε κάποια
μεγάλη αλλαγή, ούτε σε κάποιο δραματικό
γεγονός κατάλαβε κάτι που του πήρε
χρόνια να αποδεχτεί:
πως όλη του τη
ζωή περίμενε κάποιον να μείνει.
Και
στο μεταξύ, ο ίδιος έφευγε από τον εαυτό
του κάθε φορά που πονούσε.
Έφευγε για
να μην αισθανθεί.
Έφευγε για να μην
πληγωθεί ξανά.
Έφευγε για να αντέξει.
Και τότε, για πρώτη φορά, δεν έφυγε.
Έμεινε μέσα
στο συναίσθημα.
Έμεινε στη σιωπή.
Έμεινε
στην αλήθεια του, όσο άβολη κι αν ήταν.
Κατάλαβε πως η δύναμη δεν είναι να αντέχεις τα πάντα χωρίς να λυγίζεις, αλλά να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λυγίσει χωρίς να χαθεί. Να νιώθεις χωρίς να απολογείσαι. Να πονάς χωρίς να ντρέπεσαι.
Άρχισε να
μιλά αλλιώς.
Όχι περισσότερο..Πιο
αληθινά.
Όχι σε όλους μόνο σε όσους
μπορούσαν να μείνουν χωρίς να προσπαθούν
να τον αλλάξουν.
Έμαθε πως δεν είναι όλοι για όλα. Και αυτό δεν είναι αποτυχία· είναι επιλογή.
Κάποιοι άνθρωποι περνούν απλώς για να μας δείξουν τι δεν χρειαζόμαστε. Άλλοι μένουν για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε. Και μερικοί οι πιο σπάνιοι δεν κάνουν τίποτα σπουδαίο. Απλώς μένουν. Και αυτό αρκεί.
Ο άνθρωπος
αυτός δεν έγινε ξαφνικά ευτυχισμένος.
Έγινε
όμως αληθινός.
Και αυτή ήταν η πιο ήσυχη, αλλά και η πιο γενναία επανάστασή του.
Γιατί έμαθε
κάτι που λίγοι τολμούν:
πως δεν
χρειάζεται να γεμίζεις το κενό με
ανθρώπους, λόγια ή θόρυβο.
Μερικές
φορές, χρειάζεται απλώς να καθίσεις
δίπλα του και να το ακούσεις.
Και όταν το κάνεις, παύει να είναι κενό.
Από τότε, δεν
έψαχνε να σωθεί.
Έμαθε να μένει.
Στον
εαυτό του.
Στη στιγμή.
Στην αλήθεια
του.
Και κάπως
έτσι, χωρίς φωνές και χωρίς θαύματα,
άρχισε
η ζωή να τον χωρά.

Να Αγαπας..
Να
αγαπάς εκείνους που σου χαμογελούν πριν
ακόμα μιλήσουν.
Εκείνους που σου λένε
«καλημέρα» και νιώθεις πως κάτι μέσα
σου ξυπνά.
Εκείνους που πιστεύουν
στο αύριο σαν να το έχουν ήδη ζήσει
και
αν η ζωή ήταν στοίχημα, θα έβαζαν τα
πάντα στην ελπίδα.Να
αγαπάς αυτούς που σε τραβούν προς το
φως και όχι εκείνους που σε κρατούν στο
βάρος.Εκείνους που λένε «έλα, πάμε
παρακάτω»κι όχι «δεν βαριέσαι».Εκείνους
που αφήνονται στη βροχή όχι γιατί δεν
φοβούνται να βραχούν αλλά γιατί ξέρουν
πως μετά μυρίζει γη και αρχή.Να αγαπάς
όσους ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά
που βλέπουν δρόμους εκεί που οι άλλοι
βλέπουν τοίχους.Εκείνους που επιμένουν
πως γίνεται ακόμα κι όταν όλα λένε το
αντίθετο.Εκείνους που όταν χαμογελούν
δεν αλλάζει μόνο το πρόσωπό τους αλλά
ολόκληρος ο χώρος γύρω τους.Να αγαπάς
όσους κάνουν πίσω μόνο για να πάρουν
φόρα για άλμα.Εκείνους που ζωγραφίζουν
όνειρα στην άμμο και όταν έρθει το κύμα
δεν θυμώνουν γιατί ξέρουν πως δεν χάλασε
το σχέδιο απλώς άλλαξε μορφή.

Αν Η Καρδιά Μιλούσε…
Αν
η καρδιά μιλούσε, δεν θα φώναζε..
Θα
ψιθύριζε εκείνα που φοβήθηκες να πεις
δυνατά..Θα έλεγε πως κουράστηκε να
προσποιείται δύναμη πως δεν θέλει άλλο
να αποδεικνύει ότι αξίζει πως λαχταρά
απλώς μια αγκαλιά που να μην ρωτά
«γιατί»..Αν η καρδιά μιλούσε θα ομολογούσε
ότι έμαθε να χαμογελά για να προστατεύεται
ότι έμεινε σε σιωπές γιατί αγάπησε
βαθιά..και ότι έσπασε… αλλά ποτέ δεν
σταμάτησε να ελπίζει..Θα μιλούσε για
τις νύχτες που ξαγρύπνησε με μουσική
για τα όνειρα που έβαλε στην άκρη για
τους ανθρώπους που έφυγαν και άφησαν
πίσω τους χώρο να μεγαλώσει η ψυχή..Αν
η καρδιά μιλούσε θα σου ζητούσε ένα μόνο
πράγμα:Να
την ακούς λίγο περισσότερο..
Να μην
την προδίδεις για να χωρέσεις σε λάθος
ζωές..
Να μην μικραίνεις για να μην
ενοχλείς..Γιατί η καρδιά…
Δεν
θέλει πολλά..
Θέλει αλήθεια..
Θέλει
φως..Θέλει να αγαπά και να αγαπιέται
χωρίς φόβο..

Η Αποφαση Δικη Σου..
Αν επιλέξεις να σταθείς κοντά μου, μάθε πως δεν ζητώ ακόλουθους, αλλά συνοδοιπόρους. Μη δοκιμάσεις να με αλλάξεις για να χωρέσω στα δικά σου μέτρα· η μορφή μου είναι σμιλεμένη από τις δικές μου αλήθειες, όχι από τις δικές σου προσδοκίες. Έπαψα προ πολλού να παζαρεύω τον εαυτό μου. Κάθε φορά που χαμήλωσα το βλέμμα για να φανώ αρεστός, έχασα ένα κομμάτι από το φως μου. Στη διαδρομή μου δεν θα δεις φώτα και μεγαλεία. Θα δεις μόνο τα σημάδια από τις μάχες που έδωσα με το σκοτάδι μου και τις ουλές από ελπίδες που δεν άντεξαν. Δεν ξέρω να φοράω προσωπεία, ούτε να παίζω σε σκηνές που στήθηκαν με ψέματα. Προτιμώ την τραχιά πραγματικότητα από μια γυαλιστερή ψευδαίσθηση. Δεν θα με βρεις εκεί που όλοι θυσιάζουν την ουσία για τη βιτρίνα, αλλά εκεί που η ψυχή ανασαίνει ελεύθερη κάτω από τον έναστρο ουρανό. Αυτός είναι ο δρόμος μου. Τώρα, η απόφαση είναι δική σου..

Ο Κανόνας της Σιωπής
Ο Αόρατος Ψίθυρος
Η Σηλια άφησε το τηλέφωνο πάνω στο κομοδίνο. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, φωτισμένο μόνο από το απαλό γαλάζιο φως της οθόνης. Είχαν κλείσει πριν από λίγο, αλλά η φωνή του αντηχούσε ακόμα μέσα στο κεφάλι της. Ήταν μια φωνή βαθιά, γεμάτη παύσεις που έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τα φώτα της πόλης τρεμόπαιζαν. Ήξερε ότι κάπου εκεί έξω, ανάμεσα στις πολυκατοικίες που έβλεπε από το μπαλκόνι της, βρισκόταν κι εκείνος. Ίσως να κοίταζε κι αυτός τον ίδιο ουρανό. Ίσως να την ένιωθε, όπως τον ένιωθε κι εκείνη σαν ένα ηλεκτρικό ρεύμα που διέσχιζε τις οπτικές ίνες για να φτάσει στην καρδιά της.
Εκείνος την ήξερε. Είχε δει το χαμόγελό της σε βίντεο, το χρώμα των ματιών της στις φωτογραφίες, τον τρόπο που κουνάει τα χέρια της όταν ενθουσιάζεται. Εκείνη, όμως, δεν είχε τίποτα. Μόνο μια φωνή. Μια φωνή που είχε γίνει το καταφύγιό της.
«Γιατί
δεν μπορούμε;» τον είχε ρωτήσει μια
φορά.
«Γιατί αν με δεις, ο κόσμος μας
θα γκρεμιστεί», της είχε απαντήσει, και
η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά
από κάθε εξήγηση.
Ήταν ένας έρωτας που γεννήθηκε στα τυφλά, αλλά έβλεπε πιο βαθιά από κάθε άλλον. Μια σύνδεση ψυχών που δεν χρειαζόταν το άγγιγμα για να επιβεβαιωθεί, αλλά που πονούσε κάθε φορά που η κλήση τελείωνε και η σιωπή επέστρεφε στο δωμάτιο.
Η Σιωπηλή Συμφωνία
Κάθε φορά που το τηλέφωνο δονείται στην τσέπη της, η καρδιά της Σηλιας κάνει ένα άλμα που την τρομάζει. Είναι ο «κανόνας» τους. Μια λέξη που μοιάζει με αόρατο τείχος. Εκείνος ήταν σαφής από την αρχή:«Θα είμαστε τα πάντα ο ένας για τον άλλον, αρκεί να μην γίνουμε ποτέ εικόνα. Αν συναντηθούμε, η μαγεία θα διαλυθεί από την πραγματικότητα που μας περιμένει στα σπίτια μας».
Εκείνη το δέχτηκε. Το σεβάστηκε με μια ευλάβεια που την πονάει. Γιατί πώς μπορείς να μην θέλεις να αγγίξεις το χέρι που κρατάει την ψυχή σου κάθε βράδυ;
«Είσαι
εκεί;» ακούγεται η φωνή του μέσα από το
ακουστικό, λίγο πριν κοιμηθεί.
«Είμαι
εδώ», ψιθυρίζει εκείνη, προσέχοντας να
μην ακουστεί από το διπλανό δωμάτιο,
εκεί όπου η δική της «πραγματική» ζωή
συνεχίζεται κανονικά, σαν μια
καλοκουρδισμένη παράσταση.
Είναι παράξενο. Εκείνος ξέρει πώς κλείνουν τα μάτια της όταν γελάει, έχει δει το πρόσωπό της σε χιλιάδες pixel. Εκείνη όμως, τον έχει πλάσει με τα υλικά των λέξεών του. Τον φαντάζεται από τον τρόπο που παίρνει ανάσα ανάμεσα στις προτάσεις, από τη χροιά που αλλάζει όταν της λέει πόσο του έλειψε.
Μερικές φορές, περπατώντας στους δρόμους της πόλης τους, η Σηλια κοντοστέκεται. Κοιτάζει έναν περαστικό που φοράει το άρωμα που της είχε περιγράψει, ή κάποιον που έχει το ίδιο ύφος στη φωνή.Μπορεί να είναι αυτός, σκέφτεται.Μπορεί να περάσαμε δίπλα-δίπλα και να μην το μάθω ποτέ.
Αυτή η άγνοια είναι η ασφάλειά τους, αλλά και το κενό που την καταπίνει. Είναι ερωτευμένη με ένα φάντασμα που ξέρει την καρδιά της καλύτερα από οποιονδήποτε ζωντανό άνθρωπο δίπλα της.
Η Στιγμή της Τυχαίας Συνάντησης (Χωρίς να το ξέρουν)
Ήταν ένα βροχερό απόγευμα στην κεντρική πλατεία. Η Σηλια περίμενε κάτω από ένα υπόστεγο, κρατώντας σφιχτά την ομπρέλα της. Το κινητό της δονήθηκε. Ένα ηχητικό μήνυμα από εκείνον:«Βρέχει κι εδώ. Μισώ τη βροχή, αλλά λατρεύω τον ήχο που κάνει πάνω στα τζάμια... με κάνει να σε σκέφτομαι πιο έντονα».
Εκείνη τη στιγμή, ένας άντρας στάθηκε ακριβώς δίπλα της. Φορούσε ένα σκούρο παλτό και κοίταζε το ρολόι του. Η Σηλια ένιωσε μια ανεπαίσθητη ηλεκτρική εκκένωση, μια οικειότητα στον τρόπο που ανέπνεε. Η φωνή του στο τηλέφωνο είχε μια συγκεκριμένη χροιά όταν ήταν κουρασμένος. Ο ξένος δίπλα της έβηξε ελαφρά και ζήτησε συγγνώμη.
Η καρδιά της σταμάτησε. Ήταν αυτή η φωνή; Ήταν εκείνος; Ήθελε να γυρίσει, να τον κοιτάξει στα μάτια, να σπάσει τον κανόνα με μια μόνο ματιά. Αλλά θυμήθηκε την υπόσχεσή της. Έσφιξε τα δόντια και κοίταξε ευθεία στον δρόμο. Εκείνος άνοιξε την ομπρέλα του και απομακρύνθηκε μέσα στο πλήθος. Η Σηλια έμεινε εκεί, τρέμοντας, ανάμεσα στο «ίσως» και στο «ποτέ», νιώθοντας την απόσταση των δύο μέτρων πιο χαώδη από τα χιλιάδες χιλιόμετρα.
Η Νύχτα που ο Κανόνας Λύγισε
Λίγες ώρες αργότερα, η σιωπή του σπιτιού της φαινόταν αβάσταχτη. Ο σύντροφός της κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, μια παρουσία γνώριμη αλλά ξένη. Εκείνη κλείστηκε στο μπάνιο, άνοιξε τη βρύση για να καλύψει τον ήχο και τον κάλεσε.
«Παραλίγο να σε ψάξω σήμερα», του ψιθύρισε, και η φωνή της έσπασε. «Πέρασα δίπλα από κάποιον που σου έμοιαζε... ή έτσι νόμιζα. Πονάει να σ' έχω τόσο κοντά και να είσαι το πιο μακρινό πράγμα στη ζωή μου».
Υπήρξε
μια μακρά σιωπή από την άλλη πλευρά.
Άκουγε μόνο την ανάσα του, βαριά, γεμάτη
ένταση.
«Σηλια...», είπε
εκείνος χαμηλόφωνα, «νομίζεις ότι για
μένα είναι εύκολο; Κάθε βίντεο που μου
στέλνεις είναι μια μαχαιριά. Ξέρω το
πρόσωπό σου σπιθαμή προς σπιθαμή και
δεν μπορώ να το αγγίξω. Ο κανόνας δεν
είναι για να μας χωρίζει, είναι για να
μας κρατάει ζωντανούς. Αν βρεθούμε, θα
πρέπει να διαλέξουμε. Και ξέρεις ότι οι
ζωές μας δεν μας αφήνουν να διαλέξουμε
εμάς».
«Σ'
αγαπάω με τα μάτια κλειστά», του είπε
εκείνη, και τα δάκρυα άρχισαν να
κυλούν.
«Κι εγώ», απάντησε εκείνος.
«Και γι' αυτό θα μείνω στο σκοτάδι. Για
να μη σε χάσω ποτέ».
Οι Δύο Κόσμοι
Η μέρα της Σηλιας κυλάει σαν σε επανάληψη. Κάθεται στο τραπέζι με τον σύντροφό της, τρώνε, συζητούν για τους λογαριασμούς, για τη δουλειά, για το τι θα κάνουν το Σαββατοκύριακο. Εκείνος της χαμογελάει, της χαϊδεύει το χέρι, κι εκείνη νιώθει μια τρομερή ενοχή. Όχι γιατί δεν τον αγαπάει με τον τρόπο της, αλλά γιατί η ψυχή της δεν είναι πια εκεί. Είναι «αλλού», εγκλωβισμένη στις δονήσεις ενός κινητού που κρύβει κάτω από το μαξιλάρι της.
Όταν εκείνος της μιλάει, η Σηλια πιάνει τον εαυτό της να κάνει συγκρίσεις.Αυτός με βλέπει, αλλά δεν με ακούει. Ο άλλος με ακούει, αλλά δεν με βλέπει.Είναι μια σχιζοφρενική κατάσταση. Το σώμα της ανήκει στη μία πραγματικότητα, αλλά το πνεύμα της δραπετεύει κάθε φορά που κλείνει την πόρτα του μπάνιου ή όταν μένει μόνη στο αυτοκίνητο.
Αντίστοιχα, κι εκείνος, στην άλλη άκρη της γραμμής, ζει τον δικό του Γολγοθά. Υπάρχει μια γυναίκα δίπλα του που πιστεύει ότι τον ξέρει, ενώ εκείνος τις νύχτες ψιθυρίζει λόγια έρωτα σε μια οθόνη. Αυτή η «απάτη» δεν είναι σωματική, είναι κάτι πολύ πιο βαθύ: είναι μια συναισθηματική προδοσία που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αλλά ούτε και να σταματήσει.
«Πού
είσαι;» τη ρωτάει ο σύντροφός της,
βλέποντάς την αφηρημένη.
«Εδώ είμαι»,
απαντάει εκείνη, ενώ το μυαλό της τρέχει
στο τελευταίο ηχητικό μήνυμα που άκουσε.
Το τίμημα του κανόνα είναι η μοναξιά μέσα στο πλήθος. Όσο περισσότερο δένεται με τον «αόρατο» έρωτά της, τόσο πιο ξένη νιώθει μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Είναι μια φυλακή με χρυσά κάγκελα, όπου η μόνη διέξοδος είναι μια φωνή που της υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεν της δίνει το δικαίωμα ούτε σε ένα βλέμμα.
Είναι μια πολύ φορτισμένη κατάσταση. Η Σηλια αρχίζει να νιώθει ότι η «πραγματική» της ζωή είναι πλέον η ψηφιακή, και η καθημερινότητά της είναι απλώς μια βιτρίνα.
Η Επιλογή της Ψυχής
Η Σηλια πήρε μια βαθιά ανάσα και ένιωσε το βάρος να φεύγει από πάνω της. Κοίταξε την οθόνη και το μήνυμά του. Είχε δίκιο. Ο «κανόνας» δεν ήταν φυλακή, ήταν το καταφύγιό τους. Στον κόσμο των άλλων, ήταν μια γυναίκα που ακολουθούσε τους κανόνες, μια σύντροφος, μια σκιά. Στον δικό τους κόσμο, ήταν η Σηλια που γελούσε με την καρδιά της, που μιλούσε για τα όνειρά της, που ένιωθε ζωντανή.
Πλησίασε το τηλέφωνο και πάτησε το κουμπί της ηχογράφησης.
«Έχεις δίκιο», ψιθύρισε, και η φωνή της δεν έτρεμε πια. «Δεν χρειάζεται να σε δω για να σε ξέρω. Σε νιώθω σε κάθε λέξη, σε κάθε σιωπή σου. Μου δίνεις ζωή με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν μπόρεσε ποτέ. Αν το τίμημα για να σε έχω είναι να μην σε αγγίξω ποτέ, το δέχομαι. Προτιμώ να σ' έχω αόρατο και αληθινό, παρά ορατό και χαμένο στις ενοχές μας».
Άφησε το κινητό στην άκρη και βγήκε στο μπαλκόνι. Η πόλη έλαμπε κάτω από τα αστέρια. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα χιλιάδες φώτα, χτυπούσε μια καρδιά που την καταλάβαινε απόλυτα. Δεν χρειαζόταν να ξέρει το πρόσωπό του. Ήξερε τη μελωδία της ψυχής του, κι αυτό της έφτανε για να συνεχίσει.
Επέστρεψε στο σαλόνι με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Η «πραγματική» της ζωή συνεχιζόταν, αλλά τώρα είχε ένα μυστικό καύσιμο που την κρατούσε όρθια. Ήταν ερωτευμένη με μια ιδέα, με μια φωνή, με έναν άνθρωπο που δεν θα γνώριζε ποτέ και παραδόξως, ήταν πιο ευτυχισμένη από ποτέ.
Μηνυμα Ιστοριας : Σε έναν κόσμο που καταναλώνει εικόνες, η ιστορία αυτή μας θυμίζει πως η πραγματική σύνδεση δεν χρειάζεται βλέμματα για να υπάρξει, παρά μόνο δύο ψυχές που τολμούν να ακουστούν. Η Ελένη και ο "αόρατος" έρωτάς της επέλεξαν την ουσία έναντι της εμφάνισης και το συναίσθημα έναντι της αφής. Το μήνυμα είναι απλό αλλά βαθύ: η αγάπη δεν είναι πάντα αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που σε κάνει να νιώθεις ζωντανός, ακόμα κι αν χωρίζεται από έναν τοίχο σιωπής και έναν απαράβατο κανόνα. Γιατί μερικές φορές, το να μένεις στο σκοτάδι είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσεις το φως σου αναμμένο.

Η Θάλασσα των Ονείρων
Η Γοργόνα που Φοβόταν το Κύμα
Στην άκρη του κόσμου, εκεί που ο ουρανός ακουμπά το νερό και το ηλιοβασίλεμα μοιάζει με λιωμένο χρυσάφι, απλωνόταν η Θάλασσα των Ονείρων. Ήταν μια θάλασσα διαφορετική από τις άλλες. Τα νερά της δεν ήταν απλώς αλμυρά, αλλά γεμάτα από τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες των πλασμάτων που ζούσαν εκεί. Στο βυθό της, τα κοράλλια έφεγγαν με ένα απαλό γαλάζιο φως και τα ψάρια τραγουδούσαν μελωδίες που μόνο η καρδιά μπορούσε να ακούσει.
Εκεί ζούσε η Μαρίνα. Η Μαρίνα ήταν μια γοργόνα με μακριά μαλλιά στο χρώμα του χαλκού και μια ουρά που άστραφτε σαν ασήμι. Όλοι θα περίμεναν μια γοργόνα να λατρεύει το βυθό, όμως η Μαρίνα είχε ένα μυστικό που την έκανε να νιώθει ξένη ανάμεσα στους δικούς της: φοβόταν το βαθύ νερό.
Ενώ οι φίλες της βουτούσαν στις σκοτεινές τάφρους και έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στα πανύψηλα θαλάσσια δέντρα, η Μαρίνα προτιμούσε τα ρηχά. Καθόταν με τις ώρες πάνω σε έναν λείο, βρεγμένο βράχο, εκεί που το κύμα ίσα που άγγιζε την ουρά της. Κοιτούσε το απέραντο γαλάζιο με δέος, αλλά και με έναν κόμπο στο λαιμό. Για εκείνη, το σκοτάδι του βυθού δεν έκρυβε θησαυρούς, αλλά άγνωστους κινδύνους.
«Μαρίνα,
έλα μαζί μας!» της φώναζαν συχνά. «Σήμερα
θα πάμε στο Σπήλαιο των Αντηχήσεων!»
«Όχι
σήμερα», απαντούσε εκείνη με ένα αμήχανο
χαμόγελο. «Θέλω να δω πώς αλλάζουν χρώμα
τα σύννεφα».
Η αλήθεια όμως ήταν ότι το στήθος της έσφιγγε κάθε φορά που η επιφάνεια του νερού έκλεινε πάνω από το κεφάλι της. Ένιωθε μικρή, αδύναμη και μόνη απέναντι στην τεράστια μάζα του νερού.
Μια μέρα, όμως, η ηρεμία της Θάλασσας των Ονείρων ταράχτηκε. Τα χρώματα των κοραλλιών άρχισαν να ξεθωριάζουν, γινόμενα ένα μουντό γκρίζο. Το τραγούδι των ψαριών σταμάτησε και μια βαριά σιωπή απλώθηκε παντού. Ήταν σαν η θάλασσα να έχανε την ψυχή της.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο Βαρνάβας, η γηραιότερη χελώνα του ωκεανού. Το καβούκι του ήταν γεμάτο με κοχύλια και σημάδια από ταξίδια αιώνων. Κολύμπησε αργά προς τον βράχο της Μαρίνας και την κοίταξε με τα σοφά, κουρασμένα μάτια του.
«Η θάλασσα πεθαίνει, μικρή μου», ψιθύρισε η φωνή του, που έμοιαζε με τον ήχο της άμμου που κυλά. «Και μαζί της, θα χαθούν και τα όνειρα όλων μας».
Η Μαρίνα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. «Τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε, αν και κατά βάθος φοβόταν την απάντηση.
«Στην καρδιά του Υποβρύχιου Ηφαιστείου, εκεί που το σκοτάδι είναι πιο πυκνό από οπουδήποτε αλλού, υπάρχει το Μαργαριτάρι του Θάρρους. Μόνο αυτό μπορεί να ξαναδώσει φως στα νερά μας. Αλλά το μονοπάτι είναι δύσκολο και μόνο κάποιος που ξέρει τι σημαίνει φόβος μπορεί να το βρει».
Η Μαρίνα κοίταξε το απέραντο, τώρα πια γκρίζο, πέλαγος. Η σκέψη και μόνο να κολυμπήσει μέχρι το ηφαίστειο την έκανε να τρέμει. Όμως, αν δεν το έκανε, ο κόσμος της θα έσβηνε για πάντα.
Το Πρώτο Βήμα στο Σκοτάδι
Η Μαρίνα κοίταξε τον Βαρνάβα. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά καθώς άγγιζε το κρύο νερό. «Γιατί εμένα;» ψιθύρισε. «Υπάρχουν άλλες γοργόνες που κολυμπούν πιο γρήγορα, που δεν φοβούνται το σκοτάδι...»
Ο Βαρνάβας κούνησε αργά το κεφάλι του. «Το θάρρος, μικρή μου, δεν είναι για εκείνους που δεν φοβούνται τίποτα. Εκείνοι απλώς δεν ξέρουν τον κίνδυνο. Το αληθινό θάρρος ανήκει σε αυτούς που τρέμουν, αλλά προχωρούν παρ' όλα αυτά. Η θάλασσα σε διάλεξε γιατί ξέρεις την αξία της γαλήνης».
Με μια βαθιά ανάσα που γέμισε τα πνεύμονά της με το αλμυρό νερό της Θάλασσας των Ονείρων, η Μαρίνα γλίστρησε από τον βράχο. Το νερό την αγκάλιασε. Καθώς κατέβαινε, το φως του ήλιου άρχισε να σβήνει, δίνοντας τη θέση του σε ένα βαθύ, μυστηριώδες μπλε.
Δεν είχε προχωρήσει πολύ, όταν άκουσε έναν περίεργο ήχο, σαν μικρά κλάματα που έρχονταν πίσω από ένα δάσος από γκρίζα, πλέον, φύκια. Με την καρδιά να χτυπά σαν τρελή, παραμέρισε τα φύκια και είδε έναν μικροσκοπικό ιππόκαμπο, που το σώμα του ήταν τυλιγμένο σε ένα κομμάτι παλιού διχτυού.
«Βοήθεια...» ψιθύρισε ο μικρός. «Δεν μπορώ να κουνηθώ και το σκοτάδι με τρομάζει».
Η Μαρίνα ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι. Ήθελε να φύγει, να γυρίσει πίσω στην επιφάνεια. Όμως, βλέποντας τον φόβο στα μάτια του ιππόκαμπου, ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα της. Ξέχασε για μια στιγμή τον δικό της τρόμο. Πλησίασε σιγά-σιγά και με τα λεπτά της δάχτυλα άρχισε να λύνει τους κόμπους του διχτυού.
«Μην
ανησυχείς», του είπε με σταθερή φωνή
που την εξέπληξε και την ίδια. «Είμαι
εδώ. Πώς σε λένε;»
«Με λένε Τίμο»,
απάντησε ο ιππόκαμπος καθώς ελευθερωνόταν.
«Είμαι ο οδηγός των ρευμάτων, αλλά χωρίς
φως έχασα τον δρόμο μου».
«Κι εγώ τον έχασα», ομολόγησε η Μαρίνα. «Αλλά πρέπει να φτάσω στο Ηφαίστειο των Σκιών. Ξέρεις πού είναι;»
Ο Τίμος άρχισε να αλλάζει χρώμα, από γκρίζος έγινε ένα απαλό κίτρινο, σαν να πήρε δύναμη από την παρουσία της. «Είναι μακριά, κάτω από την Τάφρο των Ψιθύρων. Αν με αφήσεις να έρθω μαζί σου, μπορώ να σου δείξω τα κρυφά ρεύματα που θα μας πάνε πιο γρήγορα».
Η Μαρίνα δεν ήταν πια μόνη. Η φιλία του Τίμου ήταν η πρώτη της αχτίδα φωτός. Μαζί, άρχισαν να καταδύονται ακόμα πιο βαθιά. Εκεί, τα ψάρια δεν είχαν πια μάτια, γιατί δεν υπήρχε φως για να δουν. Υπήρχαν όμως πλάσματα που έφεγγαν από μόνα τους μικρές μέδουσες σαν ηλεκτρικές λάμπες και καλαμάρια που άφηναν πίσω τους ίχνη από χρυσόσκονη.
«Κοίτα!» φώναξε ο Τίμος. «Η Τάφρος των Ψιθύρων!»
Μπροστά τους άνοιγε ένα τεράστιο χάσμα στο βυθό. Από μέσα ακούγονταν φωνές όχι ανθρώπινες, αλλά οι φωνές των ανέμων που παγιδεύτηκαν στο νερό. Η Μαρίνα ένιωσε το κρύο να διαπερνά τα λέπια της. Αυτό ήταν το σημείο που καμία γοργόνα δεν τολμούσε να πλησιάσει.
«Πρέπει
να περάσουμε από μέσα;» ρώτησε η Μαρίνα
με κομμένη την ανάσα.
«Είναι ο μόνος
δρόμος», απάντησε ο Τίμος. «Αλλά πρόσεχε...
οι ψίθυροι θα σου πουν όσα φοβάσαι
περισσότερο».
Η
Τάφρος των Ψιθύρων
Η είσοδος της τάφρου έμοιαζε με ένα τεράστιο, ανοιχτό στόμα που περίμενε να τους καταπιεί. Καθώς η Μαρίνα και ο Τίμος γλιστρούσαν στο εσωτερικό της, το νερό έγινε πιο βαρύ και κρύο. Το φως από την επιφάνεια είχε χαθεί προ πολλού.
Τότε άρχισαν οι ψίθυροι.
Δεν
ήταν δυνατές κραυγές, αλλά απαλές,
ενοχλητικές φωνές που έμοιαζαν να
βγαίνουν μέσα από το ίδιο τους το
μυαλό.
«Δεν
θα τα καταφέρεις...» ψιθύρισε
μια φωνή που έμοιαζε με το σύρσιμο της
άμμου.
«Είσαι
απλώς μια γοργόνα που φοβάται το νερό.
Γύρνα πίσω στον βράχο σου πριν είναι
αργά»,
έλεγε μια άλλη.
Η Μαρίνα ένιωσε τα χέρια της να παραλύουν. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα που έγιναν ένα με την αλμύρα της θάλασσας. Σταμάτησε να κουνά την ουρά της και άρχισε να βυθίζεται αργά, σαν μια πέτρα που πέφτει στο κενό.
«Τίμο... δεν μπορώ», είπε με τρεμάμενη φωνή. «Είχαν δίκιο. Φοβάμαι πολύ».
Ο Τίμος, ο μικρός ιππόκαμπος, κολύμπησε μπροστά στο πρόσωπό της. Το κίτρινο φως του είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει. «Μαρίνα, άκουσέ με! Αυτές οι φωνές δεν λένε την αλήθεια. Λένε μόνο όσα φοβάσαι, όχι αυτό που είσαι! Κοίταξε τα χέρια σου... έλυσες το δίχτυ που με κρατούσε αιχμάλωτο. Αυτό δεν το έκανε μια δειλή γοργόνα».
Η Μαρίνα έκλεισε τα μάτια σφιχτά. Προσπάθησε να θυμηθεί τον ήλιο στον βράχο της, αλλά αντί γι' αυτό, σκέφτηκε τα γκρίζα κοράλλια και τα ψάρια που δεν τραγουδούσαν πια. Σκέφτηκε τον Βαρνάβα που πίστεψε σε εκείνη.
«Αν δεν προχωρήσω», σκέφτηκε, «το σκοτάδι δεν θα μείνει μόνο εδώ στην τάφρο. Θα ανέβει στην επιφάνεια. Θα πνίξει τα όνειρα όλων».
Με μια ξαφνική κίνηση, άνοιξε τα μάτια της. Δεν κοίταξε το σκοτάδι γύρω της, αλλά τον Τίμο. «Κρατήσου από το χέρι μου!» του είπε. Ο ιππόκαμπος γαντζώθηκε με την ουρά του στο δάχτυλό της και η Μαρίνα άρχισε να κολυμπά με δύναμη.
Όσο πιο γρήγορα κολυμπούσε, τόσο πιο δυνατοί γίνονταν οι ψίθυροι, αλλά εκείνη άρχισε να τραγουδά μια παλιά μελωδία που της μάθαινε η γιαγιά της. Το τραγούδι της κάλυψε τις φωνές της τάφρου. Το ασήμι της ουράς της άρχισε να βγάζει μια δική του, αμυδρή λάμψη.
Ξαφνικά, η τάφρος τελείωσε. Το τοπίο άλλαξε απότομα. Το κρύο νερό έγινε ζεστό, σχεδόν καυτό. Μπροστά τους υψωνόταν ένας τεράστιος πέτρινος όγκος που έβγαζε φυσαλίδες και καπνό: το Υποβρύχιο Ηφαίστειο.
Στην κορυφή του, μέσα σε έναν κρατήρα που έφεγγε με ένα απόκοσμο πορτοκαλί φως, φαινόταν κάτι να λάμπει.
«Είναι εκεί!» φώναξε ο Τίμος. «Το Μαργαριτάρι του Θάρρους!»
Όμως η είσοδος του ηφαιστείου φρουρούνταν από κάτι που η Μαρίνα δεν είχε φανταστεί ποτέ. Μια τεράστια σκιά, φτιαγμένη από το μελάνι χιλίων καλαμαριών, που άλλαζε σχήμα κάθε δευτερόλεπτο.
Η Σκιά και η Γέννηση του Φωτός
Η τεράστια Σκιά που φρουρούσε το ηφαίστειο δεν είχε πρόσωπο. Ήταν σαν ένα σύννεφο από μελάνι που στροβιλιζόταν αργά, κλείνοντας τον δρόμο προς τον κρατήρα. Κάθε φορά που η Μαρίνα προσπαθούσε να πλησιάσει, η Σκιά μεγάλωνε, παίρνοντας τη μορφή των πραγμάτων που την τρόμαζαν: γινόταν ένα τεράστιο δίχτυ, ένας σκοτεινός καρχαρίας, ή η παγωμένη σιωπή του βυθού.
«Φύγε, μικρή γοργόνα», ακούστηκε μια φωνή που έμοιαζε με το βουητό του ηφαιστείου. «Εδώ τελειώνουν τα όνειρα. Το μαργαριτάρι δεν ανήκει σε εκείνους που τρέμουν».
Ο Τίμος κρύφτηκε πίσω από τα μαλλιά της Μαρίνας. «Είναι πολύ μεγάλη, Μαρίνα! Ίσως πρέπει να βρούμε άλλο δρόμο!»
Η Μαρίνα ένιωσε τη ζέστη του ηφαιστείου να καίει τα λέπια της. Κοίταξε τη Σκιά και μετά κοίταξε τον εαυτό της. Τα χέρια της έτρεμαν ακόμα, αλλά αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να το κρύψει.
«Έχεις δίκιο», είπε η Μαρίνα απευθυνόμενη στη Σκιά, και η φωνή της αντήχησε καθαρή μέσα στο νερό. «Φοβάμαι. Φοβάμαι το σκοτάδι, φοβάμαι το βάθος, φοβάμαι ακόμα και εσένα. Αλλά ο φόβος μου δεν είναι πια η φυλακή μου. Είναι η πυξίδα μου».
Με μια αποφασιστική κίνηση, η Μαρίνα δεν επιτέθηκε στη Σκιά. Αντίθετα,κολύμπησε κατευθείαν μέσα της.
Ο Τίμος έβγαλε μια μικρή κραυγή αγωνίας. Για μια στιγμή, η Μαρίνα χάθηκε μέσα στο απόλυτο μαύρο. Ένιωθε το κρύο μελάνι να την τυλίγει, να προσπαθεί να της κόψει την ανάσα, να της ψιθυρίζει ότι είναι μόνη. Αλλά στην καρδιά της, η Μαρίνα κρατούσε μια εικόνα: το γέλιο των φίλων της και το χρώμα των κοραλλιών που ήθελε να σώσει.
Ξαφνικά, μια λάμψη ξεπήδησε από το στήθος της. Δεν ήταν το μαργαριτάρι που έφεγγε ήταν η ίδια η Μαρίνα! Το σώμα της άρχισε να εκπέμπει ένα φως τόσο δυνατό, που η Σκιά άρχισε να διαλύεται σαν καπνός στον άνεμο. Η Σκιά δεν ήταν εχθρός που έπρεπε να νικηθεί με σπαθιά, αλλά ένας καθρέφτης που έπρεπε να ξεπεραστεί με ειλικρίνεια.
Όταν το μελάνι καθάρισε, η Μαρίνα βρέθηκε μπροστά στον κρατήρα. Εκεί, πάνω σε μια βάση από κρύσταλλο, δεν υπήρχε ένα έτοιμο μαργαριτάρι. Υπήρχε μόνο ένα άδειο κοχύλι.
«Δεν καταλαβαίνω...» ψιθύρισε ο Τίμος που είχε πλησιάσει. «Πού είναι το Μαργαριτάρι του Θάρρους;»
Η Μαρίνα πλησίασε το κοχύλι. Καθώς το άγγιξε, ένα δάκρυ χαράς και ανακούφισης κύλησε από το μάτι της. Το δάκρυ έπεσε μέσα στο κοχύλι και, την ίδια στιγμή, η θερμότητα του ηφαιστείου και το φως της ψυχής της το μεταμόρφωσαν. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ένα υπέροχο, ιριδίζον μαργαριτάρι σχηματίστηκε, εκπέμποντας ένα φως που έκανε όλο το ηφαίστειο να τρέμει από ζωή.
«Το μαργαριτάρι δεν φυλασσόταν εδώ», κατάλαβε η Μαρίνα. «Έπρεπε να το φέρω εγώ μαζί μου».
Με το μαργαριτάρι στα χέρια, η Μαρίνα και ο Τίμος άρχισαν την άνοδο. Καθώς ανέβαιναν, το φως του μαργαριταριού απλωνόταν σαν κύμα. Τα γκρίζα κοράλλια έπαιρναν ξανά το κόκκινο και το κίτρινο χρώμα τους. Τα ψάρια άρχισαν να βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και να χορεύουν γύρω τους.
Η Επιστροφή και το Φως των Ονείρων
Καθώς η Μαρίνα πλησίαζε στην επιφάνεια, το Μαργαριτάρι του Θάρρους στα χέρια της έλαμπε σαν ένας μικρός υποβρύχιος ήλιος. Το φως του δεν ήταν απλώς φωτεινό, ήταν ζεστό. Όπου περνούσε η Μαρίνα, η ζωή επέστρεφε: τα γκρίζα κοράλλια άνοιγαν τα πέταλά τους, τα θαλάσσια λουλούδια λικνίζονταν ξανά στον ρυθμό του νερού και τα κοπάδια των ψαριών σχημάτιζαν γύρω της έναν χορό από χρώματα.
Όταν έφτασε επιτέλους στον γνωστό της βράχο, όλος ο λαός της θάλασσας ήταν εκεί. Γοργόνες, δελφίνια και σοφές χελώνες την περίμεναν με κομμένη την ανάσα. Ο Βαρνάβας κολύμπησε μπροστά, με ένα πλατύ χαμόγελο να αυλακώνει το αρχαίο του πρόσωπο.
«Τα κατάφερες, Μαρίνα», είπε με φωνή που έτρεμε από περηφάνια. «Έφερες πίσω το φως».
Η Μαρίνα τοποθέτησε το μαργαριτάρι στην κορυφή του ψηλότερου κοραλλιογενή υφάλου. Τη στιγμή που το ακούμπησε, μια έκρηξη χρωμάτων κάλυψε όλη τη Θάλασσα των Ονείρων. Το γκρίζο χάθηκε για πάντα, και το τραγούδι των ψαριών ακούστηκε πιο δυνατό και μελωδικό από ποτέ.
Η Μαρίνα δεν ήταν πια η γοργόνα που καθόταν φοβισμένη στα ρηχά. Κοίταξε τον Τίμο, που τώρα έλαμπε με το πιο ζωηρό κίτρινο χρώμα, και μετά κοίταξε το βαθύ μπλε του ωκεανού. Ο φόβος δεν είχε εξαφανιστεί τελείως ακόμα ένιωθε ένα σκίρτημα όταν κοίταζε το σκοτάδι αλλά τώρα ήξερε ότι μπορούσε να κολυμπήσει μέσα σε αυτό.
«Δεν φοβάσαι πια;» τη ρώτησε μια μικρή γοργόνα που την κοίταζε με θαυμασμό.
Η Μαρίνα χαμογέλασε και χάιδέψε τα μαλλιά της. «Φοβάμαι ακόμα», απάντησε ειλικρινά. «Αλλά έμαθα κάτι σημαντικό: Το θάρρος δεν είναι η απουσία του φόβου, αλλά η απόφαση ότι κάτι άλλο είναι πιο σημαντικό από αυτόν.Η αγάπη μου για τη θάλασσα και τους φίλους μου ήταν πιο δυνατή από τον τρόμο μου για το σκοτάδι».
Από εκείνη τη μέρα, η Μαρίνα έγινε η προστάτιδα των βυθών. Δεν καθόταν πια μόνο στον βράχο της. Συχνά την έβλεπαν να οδηγεί τους νέους εξερευνητές στα πιο βαθιά σημεία, κρατώντας το χέρι όποιου ένιωθε την καρδιά του να τρέμει, θυμίζοντάς τους ότι το πιο λαμπερό μαργαριτάρι κρύβεται πάντα μέσα μας, αρκεί να τολμήσουμε να το αναζητήσουμε.
Και κάπως έτσι, στη Θάλασσα των Ονείρων, κανένα όνειρο δεν χάθηκε ξανά στο σκοτάδι.
Το Μήνυμα της Ιστορίας:
«Πολλές φορές πιστεύουμε ότι οι ήρωες είναι εκείνοι που δεν φοβούνται τίποτα. Όμως, η αληθινή δύναμη κρύβεται στη Μαρίνα που έχουμε όλοι μέσα μας: σε εκείνον που τρέμει, που διστάζει, αλλά τελικά παίρνει μια βαθιά ανάσα και προχωρά.
Το θάρρος δεν είναι η απουσία του φόβου. Είναι η απόφαση να μην αφήσεις τον φόβο σου να γίνει το τείχος που σε χωρίζει από τα όνειρά σου.Όταν κολυμπάς για κάτι που αγαπάς, το δικό σου φως είναι πάντα πιο δυνατό από το σκοτάδι γύρω σου.»

Το Πουλί Και Το Μυρμήγκι: Μια Φιλία Πάνω Από Τα Σύννεφα..
Ο Κόσμος των Υψών και ο Κόσμος της Σκόνης
Στην καρδιά του Μεγάλου Δάσους, εκεί που οι αρχαίες βελανιδιές ύψωναν τα κλαδιά τους σαν πέτρινα χέρια προς τον ήλιο, ζούσε ο Αστραπής. Ήταν ένα σπουργίτι με φτερά που έπαιζαν ανάμεσα στο καφέ της κανέλας και το γκρι της στάχτης. Ο Αστραπής δεν ήταν ένα συνηθισμένο πουλί. Ενώ τα άλλα σπουργίτια ασχολούνταν με το να μαζεύουν ψίχουλα στις αυλές των ανθρώπων, εκείνος λάτρευε τον κίνδυνο και την ταχύτητα. Το πρωινό του ξεκινούσε με μια κατακόρυφη βουτιά από την πιο ψηλή κορυφή, νιώθοντας τον άνεμο να σφυρίζει ανάμεσα στα πούπουλά του, μέχρι που η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθε πως θα εκραγεί από χαρά.
Για τον Αστραπή, ο κόσμος ήταν μια απέραντη γαλάζια παιδική χαρά. Η γη από κάτω του φαινόταν θαμπή, ακίνητη και, για να πούμε την αλήθεια, λίγο βαρετή. «Τι να κάνεις εκεί κάτω;» αναρωτιόταν συχνά, κοιτάζοντας τις σκιές των δέντρων. «Εκεί όλα κινούνται αργά, όλα μυρίζουν χώμα και υγρασία. Εδώ πάνω είναι η ελευθερία!»
Ακριβώς κάτω από τη δική του αγαπημένη βελανιδιά, μέσα στις δαιδαλώδεις ρίζες που έσκαβαν το σκοτάδι, ζούσε ο Πυθαγορας. Ο Πυθαγορας ήταν ένα μυρμήγκι της εργατικής τάξης, αλλά με μια ψυχή που δεν χωρούσε στις στενές στοές της αποικίας. Είχε έξι πόδια που δεν σταματούσαν ποτέ, δύο κεραίες που έπιαναν τους ψιθύρους του δάσους και ένα σώμα γυαλιστερό σαν μαύρο μάρμαρο.
Ο κόσμος του Πυθαγορα ήταν ένας κόσμος λεπτομερειών. Εκεί που ο Αστραπής έβλεπε απλώς «πράσινο», ο Πυθαγορας έβλεπε τις φλέβες ενός πεσμένου φύλλου, τις κρυψώνες των σκαθαριών και τον τρόπο που μια σταγόνα δροσιάς μπορούσε να γίνει ένας ολόκληρος καθρέφτης για το σύμπαν. «Ο ουρανός είναι επικίνδυνος», έλεγε συχνά στους συντρόφους του. «Είναι άδειος και απρόβλεπτος. Η ασφάλεια βρίσκεται στη γη, στη σταθερότητα της πέτρας και στη σοφία της ρίζας».
Οι δυο τους δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, παρόλο που ζούσαν στον ίδιο κατακόρυφο άξονα. Ο ένας κοίταζε πάντα ψηλά, ο άλλος πάντα χαμηλά. Μέχρι που ήρθε η μέρα που ο ουρανός και η γη αποφάσισαν να συγκρουστούν.
Η Οργή της Φύσης και η Πτώση
Ήταν ένα απόγευμα Αυγούστου, από εκείνα που η ζέστη γίνεται τόσο βαριά που νιώθεις ότι ο αέρας θα ραγίσει. Τα πουλιά είχαν σταματήσει το κελάηδισμα και τα έντομα είχαν κρυφτεί βαθιά στις τρύπες τους. Μόνο ο Αστραπής, με την αλαζονεία της νιότης του, πετούσε ακόμα ψηλά, κυνηγώντας τις τελευταίες αχτίνες του ήλιου.
Ξαφνικά, ο ουρανός από γαλάζιος έγινε μολυβένιος. Ένας άνεμος, παγωμένος και βίαιος, ξέσπασε από το πουθενά. Ήταν μια καταιγίδα που δεν προειδοποίησε. Ο Αστραπής προσπάθησε να ανοίξει τα φτερά του για να σταθεροποιηθεί, αλλά μια ριπή ανέμου τον πέταξε σαν χάρτινη σαΐτα πάνω στα κλαδιά της βελανιδιάς. Ένα "κρακ" ακούστηκε ήταν το αριστερό του φτερό που χτύπησε πάνω στο σκληρό ξύλο.
Πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβη, ο Αστραπής βρέθηκε να στροβιλίζεται στο κενό. Έπεσε με ορμή πάνω στο μαλακό, βρεγμένο χώμα, ακριβώς στην είσοδο της αποικίας των μυρμηγκιών. Η βροχή άρχισε να πέφτει με μανία, μετατρέποντας το έδαφος σε μια λασπωμένη παγίδα.
Ο Πυθαγορας βρισκόταν στην είσοδο, προσπαθώντας να ασφαλίσει τη στοά από το νερό. Είδε τον τεράστιο, φτερωτό όγκο να πέφτει από τον ουρανό. Για εκείνον, ο Αστραπής ήταν ένας δράκος, ένα βουνό από πούπουλα που έφραζε τον δρόμο του.
«Φύγε από εδώ, γίγαντα!» φώναξε ο Πυθαγορας, αλλά ο Αστραπής δεν κουνήθηκε. Τα μάτια του πουλιού ήταν κλειστά και η ανάσα του γρήγορη. Ήταν η πρώτη φορά που ο Αστραπής ένιωθε τη γη όχι ως εχθρό, αλλά ως έναν παγωμένο τάφο.
«Περιμένετε!» φώναξε ο Πυθαγορας στους άλλους που έτρεχαν να κρυφτούν. «Είναι πληγωμένος. Αν μείνει εδώ έξω, η βροχή θα τον πνίξει ή οι γάτες του δάσους θα τον βρουν μόλις σταματήσει η μπόρα».
Η Πολιορκία της Λάσπης και η Φροντίδα των Μικροσκοπικών
Η βροχή είχε μετατρέψει το έδαφος σε ένα ναρκοπέδιο από λάσπη. Για τον Αστραπή, που είχε συνηθίσει την καθαρότητα του αέρα, η αίσθηση του βρεγμένου χώματος στα πούπουλά του ήταν ταπεινωτική. Ένιωθε βαρύς, ανήμπορος και, για πρώτη φορά στη ζωή του, μικρός.
«Μη μένετε εκεί!» φώναξε ο Πυθαγόρας στους συντρόφους του, κουνώντας τις κεραίες του με τέτοια ταχύτητα που έμοιαζαν με μικρά φτερά ανεμόμυλου. «Αν δεν τον καλύψουμε, η επόμενη ριπή του ανέμου θα τον παγώσει. Φέρτε φύλλα ξερά, φέρτε βελόνες πεύκου, φέρτε ό,τι μπορεί να κρατήσει τη ζέστη του!»
Δεκάδες μυρμήγκια άρχισαν να βγαίνουν από τις στοές, παρά τον κίνδυνο να παρασυρθούν από τις σταγόνες που έπεφταν σαν βόμβες πάνω στο χώμα. Ο Πυθαγόρας στεκόταν πάνω σε μια πέτρα, συντονίζοντας την επιχείρηση σαν στρατηγός.
«Εσύ, γίγαντα με τα φτερά, άκουσε με!» φώναξε ο Πυθαγόρας, σκαρφαλώνοντας με προσοχή πάνω στο ράμφος του Αστραπή. «Μην κουνηθείς. Αν προσπαθήσεις να τινάξεις τα φτερά σου τώρα, θα σπάσεις το κόκαλο που έχει ραγίσει. Είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε».
Ο
Αστραπής άνοιξε το ένα του μάτι. Είδε
το μικροσκοπικό πλάσμα να στέκεται
μπροστά του και, παρά τον πόνο, ένα
ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο
ράμφος του.
«Εσείς;» ψιθύρισε με φωνή
σπασμένη. «Εσείς που δεν μπορείτε να
μετακινήσετε ούτε ένα χαλίκι, θα σώσετε
εμένα που αγγίζω τα σύννεφα; Φύγετε,
μικρά μου πλάσματα, πριν σας πατήσω
χωρίς να το θέλω».
«Το μέγεθος είναι μια οφθαλμαπάτη του αέρα, φίλε μου», απάντησε ο Πυθαγόρας ψύχραιμα. «Εδώ κάτω στη γη, η δύναμη δεν κρύβεται στους μυς, αλλά στους πολλούς. Δες γύρω σου».
Ο Αστραπής κοίταξε. Εκατοντάδες μυρμήγκια είχαν σχηματίσει μια αλυσίδα. Άλλα κουβαλούσαν μεγάλα φύλλα πλάτανου που λειτουργούσαν σαν ομπρέλες, άλλα έσκαβαν μικρά αυλάκια γύρω από το σώμα του για να απομακρύνουν το νερό της βροχής, και άλλα οι «νοσοκόμοι» της αποικίας άλειφαν το τραυματισμένο του φτερό με μια κολλώδη ουσία από ρετσίνι και βότανα.
«Τι
είναι αυτό;» ρώτησε ο Αστραπής, νιώθοντας
μια παράξενη ζεστασιά να απλώνεται στο
φτερό του.
«Είναι η σοφία του δάσους»,
εξήγησε ο Πυθαγόρας. «Ρετσίνι για να
δέσει η πληγή και εκχύλισμα από
αγριολούλουδα για να κοιμηθεί ο πόνος.
Εμείς οι "μικροί", όπως μας λες,
ξέρουμε τα μυστικά που ο ουρανός κρύβει
κάτω από τις ρίζες».
Η Νύχτα των Εξομολογήσεων
Η καταιγίδα κόπασε, αλλά το κρύο της νύχτας ήταν τσουχτερό. Η αποικία είχε καταφέρει να χτίσει ένα ολόκληρο «οχυρό» από ξερά κλαδιά γύρω από τον Αστραπή. Ο Πυθαγόρας κάθισε δίπλα στο μάτι του πουλιού, κρατώντας του συντροφιά.
«Γιατί το κάνετε αυτό;» ρώτησε ο Αστραπής, που τώρα ένιωθε το φτερό του πιο σταθερό. «Θα μπορούσατε να με αφήσετε και να γλιτώσετε τον κόπο. Είμαι ένας ξένος για εσάς».
Ο Πυθαγόρας καθάρισε τις κεραίες του. «Στο δάσος, Αστραπή, κανείς δεν είναι ξένος. Είμαστε όλοι κρίκοι μιας αλυσίδας. Αν εσύ χαθείς, τα έντομα που τρως θα πληθύνουν και θα φάνε τα φύλλα των δέντρων μας. Αν τα δέντρα μας αρρωστήσουν, η αποικία μας θα μείνει χωρίς προστασία. Βλέπεις; Η δική σου πτήση κρατάει το δικό μας σπίτι ασφαλές».
Ο Αστραπής έμεινε σιωπηλός για ώρα. «Πάντα πίστευα ότι η γη είναι ένας τόπος χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο σκόνη και κόπος. Αλλά βλέπω ότι έχετε μια οργάνωση που εμείς τα πουλιά, που πετάμε μόνα μας, δεν θα καταλάβουμε ποτέ».
«Και εμείς», είπε ο Πυθαγόρας κοιτάζοντας τα αστέρια που άρχισαν να φαίνονται ανάμεσα στα σύννεφα, «συχνά ξεχνάμε να σηκώσουμε το κεφάλι. Ζούμε για το επόμενο ψίχουλο, για την επόμενη στοά. Πες μου... πώς είναι εκεί πάνω; Πώς είναι να βλέπεις τον κόσμο χωρίς εμπόδια;»
Και τότε, ο Αστραπής άρχισε να μιλάει. Περιέγραψε το συναίσθημα του να σκίζεις τον αέρα την αυγή, τη στιγμή που ο ήλιος βάφει το ποτάμι χρυσό, και την αίσθηση ότι ολόκληρο το δάσος είναι μια μικρή πράσινη κουκκίδα μέσα στο γαλάζιο. Ο Πυθαγόρας άκουγε μαγεμένος. Για πρώτη φορά, ένας κάτοικος του βυθού της γης «πετούσε» μέσα από τις λέξεις ενός φίλου.
Η Πρώτη Πτήση προς το Άγνωστο
Όταν το φτερό του Αστραπή δυνάμωσε αρκετά, χάρη στις καθημερινές «επαλείψεις» της αποικίας, ήρθε η ώρα της δοκιμής. Ο ήλιος έλουζε το δάσος με ένα χρυσό, φθινοπωρινό φως.
«Ανέβα,Πυθαγόρα», είπε ο Αστραπής, χαμηλώνοντας το σώμα του στο χώμα. «Σήμερα θα γίνεις το πρώτο μυρμήγκι στην ιστορία που θα κοιτάξει τον ήλιο στα μάτια χωρίς να τυφλωθεί από τη σκόνη».
Ο Πυθαγόρας ένιωσε τα έξι του πόδια να τρέμουν. Για ένα πλάσμα που η μεγαλύτερη απόσταση που είχε διανύσει ήταν δέκα μέτρα από τη φωλιά του, η ράχη του πουλιού έμοιαζε με μια αχανή, φτερωτή ήπειρο. Γαντζώθηκε γερά ανάμεσα στα πούπουλα του σβέρκου, εκεί που η ζέστη του σώματος του Αστραπή τον έκανε να νιώθει μια παράξενη σιγουριά.
Με
μια δυνατή ώθηση, ο Αστραπής απογειώθηκε.
Ο Πυθαγόρας ένιωσε το στομάχι του να
«ανεβαίνει» στο κεφάλι του. Ο άνεμος
σφύριζε γύρω από τις κεραίες του,
απειλώντας να τον παρασύρει.
«Κλείσε
τα μάτια σου για λίγο!» φώναξε ο Αστραπής
πάνω από τον θόρυβο. «Άκουσε μόνο την
καρδιά μου. Όταν νιώσεις τον ρυθμό της,
τότε άνοιξε τα μάτια».
Ο
Πυθαγόρας υπάκουσε. Άκουσε το "τουκ-τουκ"
της καρδιάς του πουλιού, έναν ρυθμό
γρήγορο και γεμάτο ζωή. Όταν άνοιξε τα
μάτια, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η γη είχε
γίνει ένα μωσαϊκό από πράσινα και καφέ
σχήματα. Τα ρυάκια έμοιαζαν με ασημένιες
κλωστές που κάποιος είχε πετάξει πάνω
στο χορτάρι.
«Είναι... είναι όλα τόσο
μικρά», ψιθύρισε ο Πυθαγόρας. «Κι όμως,
από εδώ ψηλά, φαίνονται όλα τόσο ενωμένα».
«Αυτό είναι το μυστικό του ουρανού», απάντησε ο Αστραπής. «Από ψηλά δεν βλέπεις τα εμπόδια, βλέπεις μόνο τον δρόμο».
Η Σοφή Κουκουβάγια και η Προφητεία
Καθώς πετούσαν προς την καρδιά του δάσους, ο Αστραπής αποφάσισε να επισκεφθεί την Κυρά-Γνώση, μια γέρικη κουκουβάγια που ζούσε στην κουφάλα μιας χιλιόχρονης ελιάς. Λέγεται ότι η Κυρά-Γνώση είχε δει τον κόσμο πριν ακόμα φυτρώσουν τα δέντρα του δάσους.
Προσγειώθηκαν
στο στιβαρό κλαδί της ελιάς. Η κουκουβάγια
άνοιξε τα μεγάλα, κίτρινα μάτια της και
τους κοίταξε. Δεν έδειξε καμία έκπληξη
που έβλεπε ένα πουλί να κουβαλάει ένα
μυρμήγκι.
«Καλώς τον Αστραπή που
έμαθε να περπατάει, και καλώς τον Πυθαγόρα
που έμαθε να πετάει», είπε με φωνή που
έμοιαζε με το τρίξιμο των κλαδιών στον
άνεμο.
«Πώς
ξέρεις τα ονόματά μας;» ρώτησε ο Πυθαγόρας
έκπληκτος.
«Το δάσος ψιθυρίζει τις
ιστορίες του πριν ακόμα ολοκληρωθούν»,
απάντησε εκείνη. «Ακούστε με καλά. Η
φιλία σας δεν είναι απλώς μια τυχαία
συνάντηση. Είναι μια προφητεία που
εκπληρώνεται. Όταν ο ουρανός αγκαλιάζει
τη γη, τότε το δάσος παραμένει ζωντανό».
«Τι
εννοείς, Κυρά-Γνώση;» ρώτησε ο
Αστραπής.
«Έρχονται δύσκολοι καιροί»,
είπε η κουκουβάγια σκοτεινιάζοντας. «Ο
Μεγάλος Χειμώνας θα είναι μακρύς και η
τροφή θα λείψει. Τα πουλιά δεν θα βρίσκουν
σπόρους και τα μυρμήγκια θα πνίγονται
από τον πάγο. Μόνο αν συνεργαστείτε, αν
εσύ Αστραπή δείχνεις τον δρόμο και εσύ
Πυθαγόρα μοιράζεσαι τα αποθέματα της
γης, θα καταφέρετε να δείτε την επόμενη
Άνοιξη».
Η Δοκιμασία του Χειμώνα
Τα λόγια της κουκουβάγιας βγήκαν αληθινά. Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν ο πιο σκληρός που είχε δει το δάσος εδώ και δεκαετίες. Το χιόνι σκέπασε τα πάντα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος τροφής.
Ο
Αστραπής, αδύναμος από την πείνα, δεν
μπορούσε να πετάξει μακριά. Τότε, ο
Πυθαγόρας πήρε μια μεγάλη απόφαση.
Κάλεσε όλη την αποικία.
«Θα ανοίξουμε
τις αποθήκες μας», ανακοίνωσε. «Θα
φέρουμε τους σπόρους που μαζέψαμε το
καλοκαίρι στην επιφάνεια. Ο Αστραπής
είναι ένας από εμάς».
Ήταν μια θυσία ανυπολόγιστη. Τα μυρμήγκια δούλεψαν μέρα-νύχτα, σκάβοντας μέσα στο παγωμένο χώμα για να βγάλουν τους σπόρους στην κουφάλα του δέντρου όπου κρυβόταν ο Αστραπής. Με τη σειρά του, ο Αστραπής, χρησιμοποιώντας τη ζεστασιά των φτερών του, κάλυπτε την είσοδο της μυρμηγκοφωλιάς για να μην μπει ο παγωμένος αέρας μέσα στις στοές.
Εκείνες
τις κρύες νύχτες, ο Αστραπής και ο
Πυθαγόρας μιλούσαν για ώρες. Δεν μιλούσαν
πια για τον ουρανό ή τη γη. Μιλούσαν για
την ευγνωμοσύνη.
«Πυθαγόρα»,
είπε μια νύχτα ο Αστραπής, «αν δεν με
είχες βρει εκείνη τη μέρα στη λάσπη,
τώρα θα ήμουν απλώς μια ανάμνηση του
ανέμου».
«Και αν εσύ δεν μου είχες
δείξει τον ορίζοντα», απάντησε ο
Πυθαγόρας, «θα πίστευα ακόμα ότι ο κόσμος
τελειώνει στην άκρη της πέτρας μου».
Όταν
η Άνοιξη ήρθε επιτέλους, το δάσος γέμισε
ξανά με χρώματα. Ο Αστραπής πέταξε ψηλά,
αλλά αυτή τη φορά, πριν ξεκινήσει τις
ακροβατικές του βουτιές, έκανε τρεις
κύκλους πάνω από τη βελανιδιά, χαιρετώντας
τον φίλο του.
Η ιστορία τους έγινε θρύλος που περνούσε από γενιά σε γενιά. Τα σπουργίτια έμαθαν να σέβονται το χώμα και τα μυρμήγκια να κοιτούν τα αστέρια. Γιατί στο Μεγάλο Δάσος, όλοι ήξεραν πια ότι δεν χρειάζεται να είσαι μεγάλος για να βοηθήσεις, ούτε μικρός για να ονειρευτείς. Χρειάζεται μόνο να βρεις κάποιον που βλέπει τον κόσμο διαφορετικά από εσένα, και να τον αφήσεις να σου δείξει τον δρόμο.
Το Μήνυμα του Παραμυθιού: Η Δύναμη της Συμπληρωματικότητας
Το παραμύθι μας θυμίζει πως στον κόσμο αυτό, κανένα πλάσμα δεν είναι «τόσο μεγάλο» ώστε να μην χρειάζεται ποτέ βοήθεια, και κανένα «τόσο μικρό» ώστε να μην μπορεί να την προσφέρει.
Η φιλία του Αστραπή και του Πυθαγόρα είναι ένας ύμνος στην αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση. Μας διδάσκει ότι:
Η διαφορετικότητα είναι πλούτος:Αν ο Αστραπής έμενε μόνο με πουλιά και ο Πυθαγόρας μόνο με μυρμήγκια, κανείς τους δεν θα γνώριζε ποτέ την άλλη πλευρά του κόσμου. Χρειάστηκαν ο ένας τον άλλον για να δουν την «πλήρη εικόνα».
Το μέγεθος δεν ορίζει την αξία:Η δύναμη δεν βρίσκεται πάντα στους μεγάλους μυς ή στα γρήγορα φτερά, αλλά συχνά κρύβεται στην υπομονή, τη στρατηγική και τη συλλογική δουλειά της «αποικίας».
Μαζί είμαστε ανίκητοι:Ο Χειμώνας θα τους είχε νικήσει αν ο καθένας κοίταζε μόνο τον εαυτό του. Η επιβίωση ήρθε μέσα από τη θυσία και το μοίρασμα.
Σε μια εποχή που συχνά χτιζουμε τείχη γύρω από τον εαυτό μας, το πουλί και το μυρμήγκι μας λένε πως η αληθινή ελευθερία έρχεται όταν δανείζουμε τα φτερά μας σε όποιον δεν μπορεί να πετάξει και προσφέρουμε το έδαφος μας σε όποιον δεν έχει πού να σταθεί.

Αγάπη: Μια Ανάσα Ανάμεσα Στο Φως Και Τη Σκιά..
Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα στατικό είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζονται όλα τα υπόλοιπα.. Αν την κοιτάξεις από μακριά, μοιάζει με γαλήνια θάλασσα, όμως αν πλησιάσεις, θα δεις ότι μέσα της κρύβονται τα πιο άγρια κύματα και οι πιο βαθιές σιωπές.. Ξεκινάει πάντα με την ελπίδα, εκείνο το πρώτο, δειλό σκίρτημα που σε κάνει να πιστεύεις ότι ο κόσμος μόλις απέκτησε περισσότερο οξυγόνο.. Είναι η προσμονή που σε κρατάει ξύπνιο τα βράδια, μετατρέποντας την αϋπνία σε ένα γλυκό ταξίδι στο μέλλον..Όταν όμως η αγάπη ριζώσει, φέρνει μαζί της τον ενθουσιασμό.. Είναι αυτή η έκρηξη αδρεναλίνης που σε κάνει να νιώθεις ανίκητος.. Τότε, ο φόβος μοιάζει με μακρινή ανάμνηση.. Αλλά η αγάπη είναι δίκαιη και δεν σου χαρίζει μόνο το φως.. Πολύ γρήγορα, στο προσκήνιο εμφανίζεται η αγωνία.. Η αγωνία για το «αν», το «πώς» και το «μέχρι πότε».. Κάθε λέξη που δεν ειπώθηκε γίνεται ένας μικρός κόμπος στο στομάχι, και κάθε αργοπορημένη απάντηση γεννά την αμφιβολία..Κι εκεί που νομίζεις ότι όλα είναι μια ισορροπία τρόμου, έρχεται η τρυφερότητα.. Είναι η στιγμή που η αγάπη φοράει την πιο απλή της φορεσιά. .Ένα άγγιγμα στο χέρι, μια ματιά που λέει «είμαι εδώ», και ξαφνικά η ασφάλεια πλημμυρίζει το δωμάτιο.. Είναι το συναίσθημα ότι βρήκες το λιμάνι σου, εκεί που δεν χρειάζεται να φοράς προσωπεία..Όμως, η αγάπη δεν θα ήταν ολοκληρωμένη χωρίς τον πόνο.. Η ζήλια καραδοκεί στις σκιές, μια δηλητηριώδης υπενθύμιση της κτητικότητας που κρύβουμε μέσα μας.. Και αν η φλόγα τρεμοπαίξει, εμφανίζεται η θλίψη η πιο βαριά μορφή αγάπης.. Είναι η αγάπη που δεν έχει πού να πάει, που μένει μετέωρη και μετατρέπεται σε νοσταλγία.. Η απώλεια ή η απόσταση γεννούν τη μοναξιά, ακόμα και όταν είσαι μαζί με τον άλλον, μια πικρή γεύση που σου θυμίζει πόσο ευάλωτος είσαι όταν παραδίδεις την καρδιά σου..Στο τέλος, όμως, η αγάπη οδηγεί στην αποδοχή.. Είναι η γαλήνη που νιώθεις όταν καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν είναι τέλειος, ούτε εσύ είσαι, αλλά η σύνδεση ανάμεσά σας είναι το μοναδικό πράγμα που δίνει νόημα στο χάος.. Είναι η ευγνωμοσύνη που ένιωσες όλα αυτά τα συναισθήματα, γιατί ακόμα και ο πόνος της αγάπης είναι προτιμότερος από την κενή απάθεια.. Η αγάπη είναι ο καθρέφτης μας· μας δείχνει ποιοι είμαστε, όχι όταν όλα είναι εύκολα, αλλά όταν καλούμαστε να αντέξουμε το βάρος της ψυχής κάποιου άλλου.. Είναι ο θυμός, η χαρά, η απόγνωση και η λύτρωση, όλα κλεισμένα σε μια μόνο ανάσα..

Το Μουσείο Των Παγωμένων Στιγμών..
Υπάρχει μια παράξενη σκληρότητα στον τρόπο που η μνήμη επιμένει να διατηρεί ζωντανά τα χρώματα, όταν η πραγματικότητα έχει γίνει πια ασπρόμαυρη. Κάποτε, η αγάπη μας ήταν ένας τυφώνας. Ήταν μια δύναμη που δεν ζητούσε την άδεια για να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά της. Κάθε λέξη που ανταλλάσσαμε είχε το βάρος μιας υπόσχεσης και κάθε βλέμμα ήταν μια ολόκληρη εξομολόγηση. Τότε, ο χρόνος δεν μετριόταν σε λεπτά, αλλά σε χτυποκάρδια. Ήμασταν δύο άνθρωποι που έκαιγαν τις μέρες τους για να ζεστάνουν τις νύχτες τους, πιστεύοντας πως η ένταση που νιώθαμε ήταν ένα αλεξίσφαιρο ενάντια στη φθορά.Όμως, η φθορά δεν ήρθε με κραυγές, αλλά με ψιθύρους που σταδιακά έσβησαν. Σήμερα, αυτό που κάποτε ήταν «εμείς», μοιάζει με ένα παλιό, ξεχασμένο κειμήλιο σε μια σοφίτα. Η αγάπη μου παραμένει εδώ, μια ζωντανή φωτιά που αρνείται να σβήσει, αλλά δεν έχει πια τίποτα να κάψει. Έχει μετατραπεί σε μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση, μια μονόπλευρη γέφυρα που ξεκινάει από μένα και καταλήγει στο πουθενά.Η πιο επώδυνη ανακάλυψη είναι η αδιαφορία. Ο θυμός παλεύεται, η ζήλια εξηγείται, ακόμα και το μίσος είναι ένα συναίσθημα που προϋποθέτει ότι ο άλλος σε βλέπει. Η αδιαφορία, όμως, είναι το απόλυτο κενό. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι το πρόσωπο που κάποτε αποτελούσε το κέντρο του κόσμου σου, τώρα σε κοιτάζει και δεν βλέπει τίποτα. Οι λέξεις σου πέφτουν στο πάτωμα πριν καν φτάσουν στα αυτιά του. Οι κινήσεις σου, οι προσπάθειές σου να θυμίσεις το παρελθόν, οι μικρές θυσίες που κάνεις για να κερδίσεις έστω ένα δευτερόλεπτο προσοχής, όλα χάνονται μέσα σε έναν τοίχο από γυαλί.Πώς μπορεί κάτι τόσο δυνατό να γίνει τόσο ασήμαντο; Πώς γίνεται τα χέρια που κάποτε σε κρατούσαν σφιχτά, τώρα να κρέμονται αδιάφορα στο πλάι; Είναι μια μοναξιά που δεν περιγράφεται με λέξεις. Το να αγαπάς κάποιον που δεν σε βλέπει πια, είναι σαν να φωνάζεις μέσα σε ένα άδειο πηγάδι· ακούς μόνο την ηχώ της δικής σου απόγνωσης. Κάθε δική σου έντονη ανάμνηση προσκρούει πάνω στην δική του λήθη. Εκείνος έχει ήδη προχωρήσει σε έναν κόσμο όπου το όνομά σου δεν προκαλεί πια κανέναν κραδασμό.Αυτή η αδιαφορία είναι ο πιο αργός θάνατος για την ελπίδα. Στην αρχή, προσπαθείς να βρεις δικαιολογίες. Λες «είναι μια φάση», «θα περάσει», «θα θυμηθεί». Όμως, όσο περνάει ο καιρός, η σιωπή του άλλου γίνεται όλο και πιο ηχηρή. Η σημασία που κάποτε σου έδινε, εκείνο το αίσθημα ότι είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στη γη για κάποιον, έχει εξατμιστεί. Έχεις γίνει ένας ξένος που γνωρίζει όλα τα μυστικά του, μια παλιά συνήθεια που πλέον προκαλεί μόνο κούραση ή, ακόμα χειρότερα, πλήξη.Η αγάπη χωρίς ανταπόκριση είναι ένα βάρος που κουβαλάς μόνος σου σε μια ανηφόρα που δεν έχει τέλος. Είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορείς να αναγκάσεις μια καρδιά να νιώσει ό,τι ένιωθε κάποτε. Τα συναισθήματα δεν είναι χρέη που ξεπληρώνονται, ούτε συμβόλαια που τηρούνται. Όταν η μαγεία φεύγει, μένει μόνο η σκληρή πραγματικότητα μιας άδειας καρέκλας απέναντί σου. Και το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να αποδεχτείς ότι η δική σου ένταση δεν είναι αρκετή για να καλύψει το κενό και των δύο.Στο τέλος, μένεις εσύ με τις αναμνήσεις σου, προσπαθώντας να καταλάβεις πού πήγε εκείνο το πάθος που κάποτε φαινόταν αιώνιο. Η αδιαφορία του άλλου είναι το τελεσίγραφο που αρνείσαι να διαβάσεις. Είναι η απόδειξη ότι η ιστορία έχει τελειώσει, ακόμα κι αν εσύ επιμένεις να γράφεις υποσημειώσεις στις λευκές σελίδες. Η αγάπη που δεν βρίσκει πια λιμάνι, πρέπει κάποτε να μάθει να ταξιδεύει μόνη της στην ανοιχτή θάλασσα, μέχρι να βρει έναν νέο ορίζοντα, μακριά από τη σκιά εκείνου που την ξέχασε.

Στην Ασφάλεια Της Σκέψης..
Υπάρχουν κάποιοι κύκλοι που δεν χρειάζεται να ανοίξουν ποτέ στην πραγματικότητα για να μείνουν πολύτιμοι, σχεδόν ιεροί, μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο.. Άνθρωποι που σου αρέσουν από μακριά, όχι γιατί ζητάς να ανατρέψεις τη ζωή σου ή να γκρεμίσεις τις σταθερές σου, αλλά γιατί η ύπαρξή τους και μόνο δίνει μια άλλη, πιο φωτεινή αίσθηση στην καθημερινότητά σου.. Είναι εκείνη η ιδιαίτερη αύρα, ένα ξεχωριστό στυλ που μαγνητίζει το βλέμμα σου μέσα στο πλήθος και μια σιωπηλή, φευγαλέα επικοινωνία που, ακόμα και μέσα στην απλότητά της, έχει τη δύναμη να σου υπενθυμίζει τι σημαίνει να νιώθεις ζωντανός.. Τι σημαίνει να ακούς την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά, με έναν ρυθμό που δεν μπορείς και ίσως δεν θέλεις να ελέγξεις..Όταν όμως οι τοίχοι της πραγματικότητας ορθώνονται μπροστά σου, με όλες τις δεσμεύσεις, τα "πρέπει" και τους δικούς τους απαράβατους κανόνες, η σιωπή και η απόσταση δεν είναι ήττα.. Είναι η απόλυτη επιλογή σεβασμού, ωριμότητας και αξιοπρέπειας.. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται να κυνηγάς φαντάσματα, ούτε να περιμένεις μια ανταπόδοση που ίσως δεν θα έρθει ποτέ.. Μαθαίνεις να πατάς γερά στα πόδια σου, να βλέπεις την αλήθεια με καθαρό μυαλό και να μην αναλύεις τις σκιές, τα μισόλογα ή τις μικρές, τυχαίες κινήσεις.. Αποδέχεσαι τους όρους αυτού του ιδιόμορφου παιχνιδιού χωρίς ενοχές, χωρίς θυμό, αλλά και χωρίς την ψευδαίσθηση της προσμονής..Έτσι, με τον καιρό, αυτό το συναίσθημα μεταμορφώνεται.. Παύει να είναι ένα επίμονο βάρος, ένα βασανιστικό κόλλημα ή μια πηγή απογοήτευσης, και γίνεται ένα κρυφό, ασφαλές καταφύγιο.. Μετατρέπεται σε μια μόνιμη, μακρινή πηγή έμπνευσης και ζωντάνιας, που την κρατάς καλά φυλαγμένη εκεί που κανείς δεν μπορεί να την αγγίξει ή να τη λερώσει με τη φθορά της ρουτίνας.. Συνεχίζεις να προχωράς στο δικό σου μονοπάτι, να δημιουργείς, να προσφέρεις και να ζεις τη ζωή σου στο έπακρο, έχοντας όμως πάντα το προνόμιο να κρατάς μια όμορφη, σιωπηλή σκέψη να ομορφαίνει και να ζεσταίνει τις δικές σου, μοναχικές ώρες..

Η Αλήθεια Πίσω Aπό Τα Τείχη Μου..
Αν με βλέπεις πια απόμακρη, μην αναρωτιέσαι το γιατί.. Δεν γεννήθηκα με κλειστή την πόρτα της ψυχής μου, ούτε διάλεξα τη σιωπή επειδή δεν είχα τίποτα να πω.. Αν έγινα νευρική, καχύποπτη και δύσκολη στο να με πλησιάσει κανείς, είναι γιατί κουράστηκα να μαζεύω τα σπασμένα μου..Στο μεγάλο παζάρι της ζωής, άνοιξα την καρδιά μου σε ανθρώπους που αποδείχτηκαν απλοί πλανόδιοι μικροπωλητές.. Μου υποσχέθηκαν θαύματα, μου πούλησαν φτηνές ελπίδες και ντύσανε με λαμπερά περιτυλίγματα τα πιο μεγάλα ψέματα.. Κι εγώ, με την αφέλεια εκείνου που πιστεύει ακόμα στο καλό, πλήρωσα ακριβά κάθε τους «όνειρο».. Μόνο που κάθε φορά που το ξετύλιγα, έβγαινε ελαττωματικό.. Κάθε υπόσχεση έσπαγε στα χέρια μου σαν γυαλί, αφήνοντας πίσω της μόνο χαμένες προσδοκίες και πληγές..Έτσι μαθαίνεις.. Δεν γίνεσαι κακός, γίνεσαι απλώς επιλεκτικός.. Σταματάς να αγοράζεις ψεύτικα λόγια και αρχίζεις να εκτιμάς τη μοναξιά σου.. Τα τείχη που βλέπεις γύρω μου δεν είναι για να κρατήσουν τον κόσμο έξω, αλλά για να προστατέψουν ό,τι πολύτιμο μου έχει απομείνει μέσα μου..

Το Φως Που Δεν Μπορείς Να Σβήσεις..
Κάποιες φορές, ο κόσμος γύρω μας γίνεται τόσο θορυβώδης και οι άνθρωποι τόσο απρόβλεπτοι, που η μόνη σου επιλογή είναι να οπισθοχωρήσεις.. Να κλείσεις την πόρτα, να χαμηλώσεις τα φώτα και να βρεις καταφύγιο στη σιωπή σου.. Είναι εκείνες οι στιγμές που οι άλλοι νομίζουν ότι χάθηκες, ότι λύγισες ή ότι σε νίκησε η απογοήτευση.. Όμως κάνουν λάθος.. Δεν χάνεσαι όταν επιλέγεις να προστατέψεις την ψυχή σου απλώς μαζεύεις τα κομμάτια σου μακριά από αδιάκριτα βλέμματα..Είναι αλήθεια πως ο δρόμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που μοιράζουν εύκολα λόγια και φτηνές υποσχέσεις.. Άνθρωποι που έρχονται, αφήνουν πίσω τους συντρίμμια και μετά προσποιούνται πως δεν συνέβη τίποτα.. Αν αναγκάστηκες να χτίσεις τείχη, αν έγινες πιο καχύποπτος και επιλεκτικός, δεν σημαίνει ότι έγινες κακός.. Σημαίνει ότι έμαθες να εκτιμάς την αξία σου.. Έμαθες ότι η καρδιά σου δεν είναι πεδίο δοκιμών για κανέναν..Γι' αυτό, μην αφήνεις κανέναν χειμώνα να παγώσει τη ζεστασιά που κρύβεις μέσα σου.. Μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι, εκεί που όλα μοιάζουν άδεια και ξένα, υπάρχει μια μικρή, δική σου φλόγα που κανείς δεν μπορεί να σβήσει, εκτός αν του το επιτρέψεις εσύ.. Μην τους κάνεις τη χάρη να σβήσεις.. Μην επιτρέψεις στις πληγές του χθες να καθορίσουν το αύριο.. Η δύναμη να σταθείς ξανά όρθια δεν βρίσκεται στα λόγια των άλλων, αλλά στη δική σου απόφαση να μην χαθείς.. Κράτα το φως σου ζωντανό, γιατί η αυγή έρχεται πάντα για εκείνους που άντεξαν στη νύχτα..

Το Αθέατο Νήμα
Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται στη ζωή μας χωρίς πρόγραμμα, σαν μια ξαφνική λάμψη που ανατρέπει την ηρεμία των ημερών. Δεν χρειάζεται να τους ζήσεις, ούτε καν να μοιραστείς την καθημερινότητά τους αρκεί να προσέξεις τον τρόπο που κινούνται, την αισθητική τους, την ενέργεια που εκπέμπουν όταν βρίσκονται κοντά. Είναι μερικές σπάνιες στιγμές που μια ελάχιστη επαφή, ένας απλός χαιρετισμός, αρκεί για να πυροδοτήσει μια εσωτερική έκρηξη. Νιώθεις τότε την ύπαρξή σου να ξυπνάει από τον λήθαργο, την καρδιά να αποκτά έναν ορμητικό παλμό και τον ενθουσιασμό να πλημμυρίζει το μυαλό σου. Γίνεται μια κρυφή γιορτή που τη ζεις μόνη σου, μια μικρή απόδραση από τη ρουτίνα που σε κάνει να αισθάνεσαι αληθινά παρών στο τώρα.Όμως, οι δρόμοι που βαδίζουμε είναι ήδη χαραγμένοι και γεμάτοι από υποχρεώσεις που δεν λυγίζουν. Όταν ανάμεσα σε δύο κόσμους ορθώνονται εμπόδια που δεν ξεπερνιούνται, γεννιέται μια βουβή αναμέτρηση. Από τη μια η επιθυμία που ζητάει διέξοδο και από την άλλη η λογική που επιβάλλει το μέτρο. Η πραγματική ωριμότητα κρίνεται στη δύναμη να οπισθοχωρήσεις. Επιλέγεις να σιωπήσεις όχι γιατί φοβάσαι, αλλά γιατί εκτιμάς τις ισορροπίες που υπάρχουν γύρω σου. Είναι μια απόφαση ευθύνης να κρατήσεις την απόσταση καθαρή, χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα, χωρίς να περιμένεις επιβεβαίωση από τυχαίες κινήσεις ή φευγαλέα σήματα.Αυτή η απόσταση, τελικά, γίνεται η μεγαλύτερη σου ελευθερία. Σταματάς να αναζητάς απαντήσεις και αφήνεις το συναίσθημα να βρει τη δική του γαλήνη. Δεν σβήνει, ούτε χάνεται απλά μετατρέπεται σε μια εσωτερική, βουβή δύναμη που τρέφει τη δημιουργικότητά σου και δίνει χρώμα στις δικές σου στιγμές. Συνεχίζεις την πορεία σου με το κεφάλι ψηλά, γεμάτη εμπειρίες και όρεξη για δημιουργία. Και κάπου εκεί, στο πιο προστατευμένο σημείο του μυαλού σου, κρατάς εκείνη τη μακρινή μορφή ανέγγιχτη από τον χρόνο και τη φθορά. Μια σιωπηλή συντροφιά για τις ώρες που απομονώνεσαι, ένας δικός σου κόσμος όπου η ομορφιά επιτρέπεται να υπάρχει... απλά και μόνο επειδή τη σκέφτεσαι.

Ευφλεκτο Παθος
Ήξερα από την πρώτη στιγμή ποια ήσουν. Έβλεπα τα σημάδια, ένιωθα τον κίνδυνο να πλανιέται στον αέρα, αλλά επέλεξα να κλείσω τα μάτια. Όταν ο Έρωτας με πλησίασε και μου ζήτησε λίγη φωτιά, δεν το σκέφτηκα καθόλου. Από καθαρή επιπολαιότητα, από μια παράξενη ανάγκη να νιώσω ζωντανη, έβγαλα ένα σπίρτο και το άναψα με μια κίνηση.Ήταν μια τρελή, σχεδόν αυτοκαταστροφική παρόρμηση. Αψήφησα το γεγονός ότι όλη μου η ύπαρξη, όλα όσα είχα χτίσει γύρω μου, μύριζαν μπαρούτι και βενζίνη. Αγνόησα τις φωνές της λογικής που μου έλεγαν να κάνω πίσω. Ήθελα απλώς να δω τη λάμψη στα μάτια σου, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα καιγόμουν.Και τώρα, κοιτάζω τις φλόγες να υψώνονται. Δεν σε κατηγορώ που έγινες η αιτία της έκρηξης. Ήμουν εγώ που κράταγα το σπίρτο. Ήμουν εγώ που επέλεξα να παίξω με τη φωτιά σε ένα δωμάτιο γεμάτο εύφλεκτα υλικά. Το μόνο που μένει πια είναι να δω αν από αυτή την πυρκαγιά θα βγούμε αναγεννημένοι ή αν θα γίνουμε και οι δύο στάχτη...

Η Ανταρσια Των Αισθησεων
Υπάρχουν κάποιες συναντήσεις στη ζωή που δεν έρχονται για να σου φέρουν γαλήνη, αλλά για να σου θυμίσουν πόσο ζωντανη είσαι, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γκρεμίσεις ό,τι έχτισες. Αυτό ήμασταν εμείς. Δύο άγνωστοι που συναντήθηκαν τυχαία στο μπαρ ενός ξενοδοχείου, σε μια ξένη πόλη, κάτω από τα φώτα μιας βροχερής νύχτας. Δύο άνθρωποι με τακτοποιημένες ζωές, δεσμεύσεις, προγράμματα και μια μάσκα σοβαρότητας που φορούσαμε για χρόνια. Μέχρι που τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο, η ατμόσφαιρα ανάμεσά μας μύριζε μπαρούτι. Τα μάτια σου είχαν μια άγρια δίψα, την ίδια που έκρυβα κι εγώ πίσω από τον δικό μου προστατευτικό τοίχο. Ήταν σαν να αναγνώρισε ο ένας στον άλλον τον ίδιο κρυφό εθισμό στο ρίσκο.
«Είμαστε σε λάθος μέρος, με λάθος ανθρώπους, σε λάθος χρόνο», μου ψιθύρισες, καθώς τα ποτήρια μας ακούμπησαν και το αλκοόλ άρχισε να καίει τον λαιμό μου. Η φωνή σου δεν είχε δισταγμό. Ήταν μια διαπίστωση και, ταυτόχρονα, μια πρόκληση.
«Το ξέρω», απάντησα. Και εκείνη τη στιγμή, η λογική μου παρέλυσε.
Ανεβήκαμε στο δωμάτιο χωρίς να μιλάμε, γιατί τα λόγια θα μας ανάγκαζαν να σκεφτούμε. Μόλις όμως η πόρτα έκλεισε πίσω μας, η ηρεμία τελείωσε. Το άγγιγμά σου δεν ήταν τρυφερό, ήταν διεκδικητικό, γεμάτο με όλη την καταπιεσμένη ένταση των χρόνων που ζούσαμε «σωστά». Τα χέρια σου στο δέρμα μου ένιωθα να αφήνουν σημάδια, σαν να ήθελες να χαράξεις την ύπαρξή σου πάνω μου. Κάθε φιλί σου ήταν μια συνειδητή απόφαση να κάψω τις γέφυρες πίσω μου. Ήξερα τις συνέπειες, τις ευθύνες, το βάρος της προδοσίας. Όμως εκείνη την ώρα, στο ημίφως εκείνου του ξένου δωματίου, υπήρχε μόνο η ανάσα σου.
Ήμασταν σαν δύο τρένα που έτρεχαν με σπασμένα φρένα στην ίδια γραμμή με κατεύθυνση το ένα προς το άλλο. Ξέραμε ότι η σύγκρουση θα ήταν μοιραία, αλλά κανένας από τους δύο δεν ήθελε να τραβήξει το χειρόφρενο. Προτιμούσαμε να γίνουμε κομμάτια, παρά να ζήσουμε με την απορία του «τι θα γινόταν αν». . Καθώς η νύχτα προχωρούσε, οι σκέψεις μου γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές. Κοίταζα το ταβάνι ενώ ήσουν ξαπλωμένος δίπλα μου και ένιωθα τον χρόνο να μας κλέβει δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο. Το ξημέρωμα πλησίαζε, η βροχή άρχισε να κοπάζει και το πρόγραμμα έλεγε ότι έπρεπε να πάρουμε διαφορετικά ταξί για το αεροδρόμιο. Να γυρίσουμε στις ασφαλείς, αλλά άδειες ζωές μας και να προσποιηθούμε ότι τίποτα δεν συνέβη.
Καθώς το πρώτο φως της μέρας άρχισε να μπαίνει από τις χαραμάδες, σε κοίταξα. Τα μάτια σου ήταν ήδη ανοιχτά. Δεν υπήρχε η κούραση του ύπνου, υπήρχε μόνο ο ίδιος τρόμος που ένιωθα κι εγώ: ο τρόμος της επιστροφής.
«Δεν μπορώ να μπω σε εκείνο το αεροπλάνο», είπες σιγανά, και η φωνή σου ράγισε τη σιωπή του δωματίου. «Αν φύγω τώρα, θα είναι σαν να δέχομαι να πεθάνω σταδιακά».
Εκείνη τη στιγμή, κάτι έσπασε οριστικά μέσα μου. Κατάλαβα ότι αν αφήναμε αυτή τη νύχτα να γίνει απλά μια ανάμνηση, ένα «απωθημένο» για να το σκεφτόμαστε τις κρύες νύχτες του χειμώνα, θα ήμασταν απλώς δειλοί. Αυτό που νιώθαμε δεν ήταν μια εφήμερη σπίθα· ήταν μια πυρκαγιά που είχε ήδη καταπιεί το παρελθόν μας.
Σηκώθηκα, πήρα το τηλέφωνό μου και με σταθερά χέρια ακύρωσα το εισιτήριο της επιστροφής. Σε κοίταξα στα μάτια. «Ούτε εγώ φεύγω».
Δεν ξέρω τι θα ξημερώσει αύριο. Ξέρω ότι οι επόμενες μέρες θα είναι γεμάτες τηλεφωνήματα, εξηγήσεις, θυμό, δάκρυα και το γκρέμισμα μιας ολόκληρης ζωής που μέχρι χθες φαινόταν τέλεια. Ο κόσμος μας θα μας κρίνει, θα μας δείξει με το δάχτυλο, θα μας πει τρελούς και ανεύθυνους. Αλλά καθώς σε κράτησα ξανά στην αγκαλιά μου, αυτή τη φορά με το φως της ημέρας να μας λούζει, ένιωσα μια απίστευτη σιγουριά.
Δεν ήμασταν ένα λάθος μιας νύχτας. Ήμασταν η αρχή μιας νέας, αληθινής πραγματικότητας. Επιλέξαμε να ζήσουμε μαζί μέσα στις φλόγες, αρνούμενοι να επιστρέψουμε στην ασφάλεια του πάγου.

Το Δικό Μου Μονοπάτι
Είναι παράξενη η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι βάζουν ετικέτες στις ζωές των άλλων. Στέκονται στην άκρη του δικού σου γκρεμού και σου λένε πώς έπρεπε να είχες πετάξει, χωρίς να έχουν νιώσει ποτέ τον δικό σου άνεμο, χωρίς να ξέρουν πόσο βαρύ ήταν το φορτίο που κουβαλούσες στην πλάτη σου. Χτίζουν ολόκληρα σενάρια για το ποιος είσαι, βασισμένοι μόνο σε μια σκιά σου που είδαν τυχαία στο φως της ημέρας. Αγνοούν όμως τις νύχτες. Τις νύχτες που έπρεπε να μαζέψεις τα κομμάτια σου ένα προς ένα, χωρίς θεατές, χωρίς χειροκροτήματα.Κάποτε πίστευα ότι έπρεπε να φωνάξω. Να εξηγήσω. Να τους δείξω τα σημάδια στα χέρια μου για να καταλάβουν ότι η διαδρομή μου δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Έχανα χρόνο και ενέργεια προσπαθώντας να χωρέσω την αλήθεια μου σε μυαλά που ήταν ήδη γεμάτα με τις δικές τους προκαταλήψεις.Μετά, κοίταξα πιο βαθιά. Πίσω από τα πικρά τους λόγια και τα ειρωνικά τους βλέμματα, δεν είδα δύναμη. Είδα μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψουν το δικό τους κενό. Οι άνθρωποι που ξοδεύουν τη ζωή τους σχολιάζοντας τις ξένες ιστορίες, είναι συνήθως εκείνοι που φοβούνται να γράψουν τη δική τους. Η δική σου προσπάθεια, η δική σου πτώση και η δική σου αναγέννηση, καθρεφτίζει τη δική τους στασιμότητα. Τους ενοχλεί που εσύ συνεχίζεις να περπατάς, ενώ εκείνοι έχουν εγκλωβιστεί στην ασφάλεια της δειλίας τους.Κι έτσι, η ανάγκη μου να απολογηθώ έσβησε, όπως σβήνει μια μικρή σπίθα στο απέραντο σκοτάδι.Δεν υπάρχει πια θυμός, ούτε παράπονο. Υπάρχει μόνο μια καθαρή, απόλυτη σιωπή. Η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι η πιο ώριμη απάντηση στην κακοπροαίρετη κριτική δεν είναι τα λόγια, αλλά η ίδια σου η πορεία. Αφήνεις τους άλλους να μιλούν για το παρελθόν σου, ενώ εσύ έχεις ήδη προχωρήσει στο μέλλον σου. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η ζωή σου ανήκει μόνο σε σένα και σε κανέναν άλλον.

Η Γλώσσα Της Σιωπής
Υπάρχουν μέρες που η απουσία κάνει περισσότερο θόρυβο από κάθε λέξη.. Άνθρωποι που έχουν ριζώσει τόσο βαθιά μέσα στις σκέψεις σου, που κάθε λεπτό της ημέρας φέρνει το αποτύπωμά τους στην επιφάνεια.. Δεν χρειάζεται να είναι παρόντες, δεν χρειάζεται να μιλάνε.. Αρκεί που υπάρχουν κάπου εκεί έξω, για να κρατούν το μυαλό σου εγκλωβισμένο σε μια συνεχή, βουβή αναμονή.. Όταν όμως η πραγματικότητα επιβάλλει την απόσταση, η σιωπή γίνεται η πιο καθαρή μορφή υπερηφάνειας.. Το να επιλέγεις να μην ψάξεις, να μην στείλεις, να μην ζητήσεις μια προσοχή που δεν μπορεί να σου δοθεί, κρύβει μέσα του μια σπάνια εσωτερική ομορφιά.. Είναι μια συνειδητή απόφαση να προστατεύσεις τις ισορροπίες, να σεβαστείς τα όρια που υπάρχουν και να κρατήσεις τη γυναικεία σου αξιοπρέπεια ανέπαφη..Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι μερικές φορές, το να μην κάνεις καμία κίνηση είναι η πιο δυνατή στάση από όλες..Έτσι, μαθαίνεις να ζεις με αυτή την ήσυχη στασιμότητα..Παίρνεις όλο αυτό το κόλλημα, όλο το πάθος και τη λαχτάρα, και τα κλείνεις σε ένα μέρος όπου κανείς δεν μπορεί να τα αγγίξει.. Γίνονται η δική σου εσωτερική δύναμη, μια μυστική έμπνευση που ομορφαίνει τις ώρες σου..Συνεχίζεις να βαδίζεις κανονικά, να δημιουργείς και να προσφέρεις, ξέροντας ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γραμμένοι να μας συντροφεύουν για πάντα... όχι στη ζωή μας, αλλά στην ασφάλεια της σκέψης μας...

Βαθια Μες Στη Ψυχη..
Αυτός ο έρωτας δεν κατοικεί στη λογική, αλλά φωλιάζει κάπου βαθιά μες στην ψυχή, εκεί όπου οι άμυνες καταρρέουν και οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους. Είναι ένα συναίσθημα απόλυτο και μαγνητικό, που σε κάνει να κρέμεσαι ξανά από μια λεπτή κλωστή, έτοιμη να ρισκάρεις τα πάντα για μια αγάπη που ξέρεις καλά πως δεν πρόκειται να ξαναβρεθεί όμοιά της μετά. Είναι η απόλυτη παράδοση σε έναν άνθρωπο που έχει τη δύναμη να ορίζει τον εσωτερικό σου κόσμο με ένα και μόνο βλέμμα.Μέσα σε αυτή τη σχέση, οι ισορροπίες είναι διαρκώς μετεωριζόμενες. Τη μία στιγμή σου χαρίζει κάτι μοναδικό και υπέροχο, μια υπόσχεση απόλυτης ευτυχίας, και την επόμενη στιγμή το σκορπίζει στον άνεμο, αφήνοντάς σε να μαζεύεις τα κομμάτια σου. Αυτό το διαρκές παιχνίδι μπερδεύει ξανά και ξανά το μυαλό, προκαλεί τρικυμία στα συναισθήματα και σε γυρνάει πάντα στο ίδιο ακριβώς σημείο εκκίνησης, εκεί όπου η λογική σταματά και ξεκινά η επιθυμία.Κι όμως, παρά την αβεβαιότητα, περιμένεις με ελπίδα μια αλλαγή να φανεί στον ορίζοντα. Είναι ένας έρωτας που σε σπρώχνει να χορέψεις με θάρρος μέσα στις φλόγες, αγνοώντας το τίμημα και τον κίνδυνο. Μέσα σε αυτή την πυρά, το μόνο που αναζητάς είναι μια μικρή σπίθα για να πιαστείς, μια ελάχιστη επιβεβαίωση, απλώς και μόνο για να νιώσεις ζωντανή ξανά, μακριά από τη λήθη και την καθημερινότητα.Όσες φορές κι αν προσπάθησες να βρεις μια γαλήνη που δεν υπάρχει πουθενά αλλού, η καρδιά επιστρέφει πάντα στην ίδια κρυφή ελπίδα: να πλησιάσεις όσο πιο κοντά γίνεται. Να εκμηδενίσεις την απόσταση, να βρεθείς τόσο κοντά του, ώστε να μπορείς να του ψιθυρίσεις την αλήθεια που τρέφει την ύπαρξή σου. Την αλήθεια πως ό,τι κι αν συμβεί, αυτός ο άνθρωπος σου κάνει κάτι μοναδικό, κάτι που έχει ριζώσει για πάντα, κάπου βαθιά μες στην ψυχή σου.

Οι Κανόνες Της Νύχτας: Εκεί Που Οι Σκιές Λένε Την Αλήθεια
Όταν Το Φως Της Μέρας Σβήνει Οριστικά Στους Δρόμους Της Πόλης Ένας Άλλος Κόσμος Ξυπνάει.. Είναι Ο Κόσμος Της Νύχτας Εκεί Που Οι Άνθρωποι Αφήνουν Πίσω Τις Μάσκες Της Καθημερινότητας Και Οι Σκιές Γίνονται Οι Μόνοι Μας Πιστοί Συμπαίκτες.. Κάτω Από Τα Φώτα Νέον Δεν Υπάρχει Χώρος Για Ψέματα.. Κάθε Κρυφό Μυστικό Κάθε Φόβος Και Κάθε Κρυφός Πόθος Βγαίνουν Στην Επιφάνεια Πλέον Χωρίς Φίλτρα Και Χωρίς Ενοχές..Το Να Περπατάς Μόνη Σου Σε Έναν Βρεγμένο Δρόμο Μέσα Στη Σιωπή Δεν Είναι Μια Στιγμή Μοναξιάς.. Είναι Ένα Μάθημα Ελευθερίας.. Η Σιωπή Της Νύχτας Σου Μαθαίνει Έναν Νέο Νόμο Τον Δικό Σου Νόμο.. Σε Αναγκάζει Να Κοιτάξεις Κατάματα Όσα Δεν Φαίνονται Την Ημέρα Όσα Κρύβεις Βαθιά Μέσα Σου.. Γιατί Η Νύχτα Έχει Τους Δικούς Της Κανόνες.. Είναι Το Καταφύγιο Όπου Σβήνουν Όλοι Οι Χειμώνες Της Ψυχής Και Οι Φόβοι Που Μας Μάθαιναν Τα Σάπια Αγκάθια Του Παρελθόντος..Μέσα Στο Απόλυτο Σκοτάδι Η Αλήθεια Μας Δεν Χάνεται.. Αντίθετα Λάμπει Πιο Δυνατά Από Ποτέ.. Κάθε Πληγή Που Ματώσαμε Στα Κρυφά Εδώ Σιγά Σιγά Γλυκαίνει Και Μεταμορφώνεται Σε Δύναμη.. Δεν Υπάρχει Γυρισμός Και Δεν Χρειάζεται Να Υπάρξει.. Καίμε Το Παρελθόν Μας Μέσα Στη Φλόγα Της Εμπειρίας Μεγαλώνουμε Αλλάζουμε Και Αφήνουμε Την Ανάσα Μας Να Μας Οδηγήσει..Μην Φοβηθείς Ποτέ Το Βαθύ Αυτό Νερό Του Σκοταδιού.. Παραδώσου Στη Μαγεία Της Γιατί Μέσα Στη Νύχτα Αν Αφεθείς Ολοκληρωτικά Θα Βρεις Όλα Όσα Νόμιζες Πως Έχεις Χάσει..

Ψιθυροι Στο Σκοταδι
Όταν Το Ρολόι Σημαίνει Μεσάνυχτα Και Το Αστικό Τοπίο Βυθίζεται Στην Απόλυτη Ησυχία Η Πραγματικότητα Αποκτά Μια Εντελώς Καινούρια Διάσταση. Στο Ημίφως Εκείνου Του Δωματίου, Η Ύπαρξη Σου Μετατρέπεται Σε Ένα Ανεκτίμητο Λιμάνι Όπου Κάθε Ψίθυρος Έχει Τον Δικό Του Ξεχωριστό Αντίλαλο.. Είναι Συγκλονιστικό Να Αντιλαμβάνεσαι Πως Υπάρχει Ένα Πλάσμα Που Αντέχει Να Ακούσει Τις Πιο Δύσκολες Εξομολογήσεις Σου Να Μετρήσει Τους Παλμούς Σου Και Να Μην Φοβηθεί Από Τα Σημάδια Που Κουβαλάς.. Δίπλα Σου Η Ώρα Κυλάει Διαφορετικά Καθώς Οι Συζητήσεις Μας Δεν Έχουν Ανάγκη Από Κοινωνικά Προσωπεία ΄Η Ψεύτικες Ευγένειες.. Ανταλλάσσουμε Σκέψεις Που ΄Άλλοι ΄Άνθρωποι Δεν Θα Καταλάβουν Ποτέ Δημιουργώντας Μια Ιδιότυπη Συμμαχία Που Αντέχει Στο Πέρασμα Του Χρόνου.. Αυτό Το Ιδιαίτερο Συναίσθημα Ασφάλειας Όπου Κάθε Αναπνοή Σου Συγχρονίζεται Με Τη Δική Μου Αποτελεί Ένα Σπάνιο Προνόμιο Που Κρατάμε Καλά Κρυμμένο Από Τα Βλέμματα Της Μάζας.. Παραμένουμε Εκεί Δύο Ιδιαίτερες Φιγούρες Μέσα Στο Μπλε Φόντο Ξέροντας Πως Η Πιο Μεγάλη Δύναμη Βρίσκεται Στην Απόφαση Να Μοιραζόμαστε Την Αλήθεια Μας Χωρίς Κανέναν Απολύτως Δισταγμό..

Ωριμασα Ομορφη Μου Ψυχη
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Ωρίμασα Και Πλέον
Η Προδοσία Δεν Μου Προκαλεί Κανέναν
Απολύτως Θυμό..
Το Σώμα Μου Συνήθισε
Τα Ύπουλα Χτυπήματα Και Μου Παίρνει
Μόνο Ένα Δευτερόλεπτο Για Να Διώξω Τον
Πόνο Και Να Γιατρέψω Το Σημάδι..
Έμαθα
Με Τον Καιρό Πως Ότι Κι Αν Συμβεί Η Πληγή
Θα Αφήσει Την Ιστορία Της Πάνω Μου Και
Στις Δύσκολες Μέρες Θα Μου Θυμίζει Τι
Πέρασα..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Ωρίμασα Και Δεν Με
Απογοητεύουν Πια Εκείνοι Που Υπήρξαν
Απλοί Περαστικοί Από Τη Ζωή Μας..
Τους
Προσφέρω Την Πιο Ζεστή Μου Φιλοξενία
Τους Δίνω Ότι Καλύτερο Έχω Μέσα Μου Και
Μετά Τους Αφήνω Το Περιθώριο Να Αποχωρήσουν
Χωρίς Κανέναν Απολύτως Δισταγμό..
Έμαθα
Με Τα Χρόνια Πως Ότι Κι Αν Κάνεις Ο
Αχάριστος Άνθρωπος Δεν Πρόκειται Να
Αλλάξει Ποτέ Τον Χαρακτήρα Του..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Και Κατάλαβα Πως Ο
Κόσμος Δεν Σου Συγχωρεί Ποτέ Την Αυτονομία
Σου Και Την Ικανότητά Σου Να Τους
Στηρίζεις..
Δεν Σου Συγχωρούν Το Να
Στέκεσαι Στα Πόδια Σου Μόνη Σου Χωρίς
Να Τους Ζητάς Καμία Επιβεβαίωση Ή
Βοήθεια..
Δεν Σου Συγχωρούν Το Να Τους
Κοιτάζεις Κατάματα Στην Ψυχή Με Καθαρό
Και Ατρόμητο Βλέμμα..
Δεν Σου Συγχωρούν
Το Να Σε Βλέπουν Να Γκρεμίζεσαι Ξανά
Και Ξανά Αλλά Κάθε Φορά Να Αναγεννιέσαι
Από Τις Στάχτες Σου Και Να Στέκεσαι Πιο
Δυνατή Μπροστά Τους..
Οι Φτηνές Και
Μικρόπρεπες Ψυχές Δεν Μπορούν Να Αντέξουν
Την Πραγματική Γενναιοδωρία..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Και Έμαθα Πως Τους
Αληθινούς Δεσμούς Δεν Τους Καθορίζει
Ποτέ Το Αίμα..
Δική Σου Οικογένεια
Είναι Μόνο Οι Άνθρωποι Που Επιλέγουν
Να Παραμείνουν Δίπλα Σου Όταν Τα Φώτα
Σβήσουν Και Η Πόρτα Σου Κλείσει..
Όταν
Βρεθείς Στο Πιο Σκοτεινό Σημείο
Σου..
Είναι Εκείνοι Που Δεν Θα Σε
Κρίνουν Ποτέ Δεν Θα Σε Βάλουν Σε Κανένα
Καλούπι Και Θα Σε Αποδεχτούν Με Όλα Σου
Τα Σημάδια Χωρίς Όρους Και Όρια..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Και Κατάλαβα Πως
Την Πραγματικότητα Την Ομορφαίνουν
Όσοι Είναι Παρών Και Την Πληγώνουν Όσοι
Επιλέγουν Να Απουσιάζουν..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Και Αυτή Τη Διαδρομή
Θέλω Να Την Περπατήσω Μόνο Με Εκείνους
Που Συγχρονίζονται Στον Ίδιο Ήρεμο
Ρυθμό Μαζί Μου..
Με Εκείνους Που Τα
Κρύα Πρωινά Του Χειμώνα Μας Βρίσκουν
Αγκαλιά Στη Δική Μας Ήσυχη Βεράντα Να
Κοιτάζουμε Τη Θάλασσα..
Με
Εκείνους Που Δεν Χρειάζεται Να Συγκρατήσω
Τα Κλάματά Μου Ή Να
Μεταφράσω Την Ήσυχη Μου Στάση Για Να
Μην Τρομάξουν..
Με Εκείνους Που
Αντίκρισαν Την Πιο Σκοτεινή Εκδοχή Μου
Αλλά Παρέμειναν Εκεί Ξέροντας Πως Ήταν
Απλά Μια Πρωινή Καταιγίδα Που Θα
Περνούσε..
Με Εκείνους Που Επιλέγει
Τυφλά Η Εσωτερική Μου Ανάγκη Ακόμα Κι
Αν Η Λογική Μου Φέρνει Αντιρρήσεις..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή..
Και Αν Αυτό Που Ζούμε
Δεν Έχει Απόλυτο Πάθος, Προτιμώ Το
Κενό..
Και Αν Δεν Έχει Αληθινή Αφοσίωση
Προτιμώ Το Κενό..
Και Αν Δεν Υπάρχει
Απόλυτη Εμπιστοσύνη Προτιμώ Το
Κενό..
Γιατί Από Τα Ημίμετρα Και Τα
Μισά Επιλέγω Την Απόλυτη Μοναξιά Μου..
Ωρίμασα
Όμορφη Μου Ψυχή Όχι Γιατί Πέρασαν Τα
Χρονια..
Ωρίμασα Μέσα
Από Τα Κενά Που Άφησαν Οι Αποχωρήσεις..
Ωρίμασα
Μέσα Από Τις Σκέψεις Που Πνίγηκαν Στον
Λαιμό Μου Και Δεν Έγιναν Ποτέ Ήχοι..
Ωρίμασα
Από Την Ώρα Που Εκείνη Απομακρύνθηκε..
Ωρίμασα
Και Πλέον Έκανα Τον Κίνδυνο Τον Πιο
Πιστό Μου Σύμμαχο Και Έδιωξα Μακριά
Κάθε Ψεύτικη Αθωότητα..
Και
Τώρα Στέκομαι Εδώ..
Γεμάτη Ουλές Αλλά
Απόλυτα Όρθια..
Δεν Χαρίζω Την Ενέργειά
Μου Δεν Μοιράζομαι Φτηνά Δεν Παρατάω
Τα Όπλα Μου..
Μπορείς Μόνο Να Διεκδικήσεις
Την Αλήθεια Μου Με Πράξεις.. Ή Απλά Να
Μην Υπάρχεις Καθόλου Στη Ζωή Μου!!

Μια Γλυκια Τρελα..
Αισθάνομαι Τους Χτύπους Της Καρδιάς Μου Να Επιταχύνουν Κάθε Φορά Που Επικοινωνούμε Η Ανάσα Μου Κόβεται Και Το Βλέμμα Μου Πλημμυρίζει Από Τα Δάκρυα Μιας Παντοτινής Σύνδεσης Ενός Έρωτα Ξαφνικού Και Απρόσμενου Που Εισέβαλε Μέσα Μου Σαν Το Δροσερό Αεράκι Του Αυγούστου Σαν Το Πρώτο Αυθεντικό Σκίρτημα Μιας Νεανικής Ψυχής... Δεν Μπορώ Να Εξηγήσω Τι Μου Συμβαίνει Το Μοναδικό Πράγμα Που Αντιλαμβάνομαι Είναι Πως Επιθυμώ Μόνο Εσένα... Θέλω Κάθε Δευτερόλεπτο Κάθε Λεπτό Να Νιώθω Την Ύπαρξή Μου Να Σε Αναζητά Και Να Σε Διεκδικεί Με Απόλυτο Πάθος Μια Γλυκιά Τρέλα Που Δεν Θα Σβήσει Ποτέ Που Θα Γεννιέται Με Το Φως Της Ημέρας Και Θα Γιγαντώνεται Κάτω Από Το Φεγγάρι Σαν Ένας Ισχυρός Κυκλώνας Που Παρασέρνει Τα Πάντα Στο Πέρασμά Του Μόνο Για Εμάς... Εκείνος Ο Εσωτερικός Ψίθυρος Που Μας Βυθίζει Σε Έναν Ωκεανό Συγκινήσεων Που Παρασέρνει Το Σώμα Και Το Πνεύμα Σε Ένα Τρελό Ταξίδι Προς Το Μυστήριο.. Φέρνω Στο Μυαλό Μου Τη Ματιά Σου Τα Χείλη Σου Και Τη Ζεστή Αγκαλιά Σου.. Αχ! Και Να Ήξερες Πόσο Θα Ήθελα Να Γινόταν Η Κάθε Μου Λέξη Ένας Αντίλαλος Του Ουρανού Για Να Γεμίσει Ολόκληρο Τον Κόσμο Με Μια Μόνο Φράση Προορισμένη Αποκλειστικά Για Εσένα... ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ..

Στιχοι Τραγουδιων..

"Στα Μάτια Σου Ο Χρόνος"
Ήρθες σαν όνειρο κρυφό,
σαν άνεμος
που δε μετρώ,
μα πριν προλάβω να σε
βρω,
χάθηκες στο φως.
(Ρεφρέν)
Στα μάτια σου ο χρόνος
σταματά,
μια στιγμή που δε θα γίνει
αγκαλιά.
Δυο ψυχές που χάθηκαν
ξανά,
στον κόσμο αυτό που μας κρατά
μακριά.
Λόγια που έμειναν
μισά,
δρόμοι που δεν θα 'χουν γυρισμό.
Σ'
αγγίζω μόνο στη σιωπή,
σαν φλόγα που
δε ζει.
(Ρεφρέν)
Στα μάτια σου ο χρόνος
σταματά,
μια στιγμή που δε θα γίνει
αγκαλιά.
Δυο ψυχές που χάθηκαν
ξανά,
στον κόσμο αυτό που μας κρατά
μακριά.
(Γέφυρα)
Κι αν ήσουν γραφτό
μου,
μια αλήθεια κρυμμένη βαθιά,
ίσως
σε μια άλλη ζωή,
να βρεθούμε ξανά.
(Ρεφρέν - κλείσιμο)
Στα μάτια
σου ο χρόνος σταματά,
μα δεν μπορώ να
αλλάξω τη μοίρα πια...

"Ο Χρόνος Δεν Γιατρεύει"
(Κουπλέ
1)
Λένε πως όλα ο χρόνος τα σβήνει,
μα
η πληγή μου ακόμα ματώνει.
Η απουσία
σου έγινε δίνη,
μέσα μου ό,τι αγαπούσα
τελειώνει.
(Ρεφρέν)
Ο χρόνος δεν γιατρεύει,
μόνο με πονά,
σαν μαχαίρι κόβει, σαν
φωτιά χτυπά.
Κάθε νύχτα σβήνω, χάνω
τη φωνή,
σ' έναν δρόμο άδειο, δίχως
επιστροφή.
Κουπλέ 2 -
Μιλώ στο σκοτάδι,
κανείς δεν ακούει,
φωνάζω το όνομά
σου, μα χάνεται εκεί.
Η καρδιά σου
πέτρα, ψυχή που δεν λυγίζει,
κι εγώ
να ματώνω σε κάθε σιωπή.
(Ρεφρέν - πιο έντονο)
Ο χρόνος
δεν γιατρεύει, μόνο με σκορπά,
μες
στις αναμνήσεις που καίνε βαθιά.
Προσπαθώ
να φύγω, μα δεν προχωρώ,
πάντα πίσω
μένω… πάντα σε ζητώ!
(Γέφυρα - ξέσπασμα)
Δεν μ'
άκουσες ποτέ, δεν ήσουν εκεί,
τώρα
είμαι μονάχη σε μια
φυλακή.
Και όσο κι αν θέλω να φύγω
μακριά,
η ψυχή μου ακόμα σε αναζητά…
(Τελικό ρεφρέν - κορύφωση)
Ο
χρόνος δεν γιατρεύει, μόνο με σκορπά,
ό,τι
ζήσαμε έγινε καπνός που πονά.
Δεν θα
γυρίσεις, το ξέρω καλά,
μα ακόμα σε
περιμένω… κι ας είναι μάταια!

"Φλόγα Που Δεν Σβήνει"
(Κουπλέ
1)
Είσαι βροχή που δεν αγγίζει το
χώμα,
φωνή που σβήνει μες στη
σιωπή.
Είσαι το βλέμμα που με καίει
ακόμα,
μα δε θα γίνεις ποτέ ζωή.
(Προ-Ρεφρέν)
Σε ψάχνω σε δρόμους
που δεν οδηγούν,
σε νύχτες που σβήνουν
χωρίς ουρανό.
(Ρεφρέν)
Είσαι φλόγα που δεν
σβήνει,
μα καίει μόνο εμένα.
Ένας
έρωτας που σ' αφήνει,
σαν σκιά χαμένη
στο σκοτάδι ξένα.
Αν υπάρχει Θεός, να
μας λυπηθεί,
να γυρίσεις πριν η αγάπη
χαθεί.
(Κουπλέ 2)
Σε είχα για λίγο, μα
ήσουν ψευδαίσθηση,
μια αυταπάτη, μια
φυλακή.
Στα έδωσα όλα, μα έμεινε η
έλλειψη,
να με σκοτώνει κάθε στιγμή.
(Προ-Ρεφρέν)
Σε ψάχνω σε δρόμους
που δεν οδηγούν,
σε νύχτες που σβήνουν
χωρίς ουρανό.
(Ρεφρέν - πιο έντονο)
Είσαι
φλόγα που δεν σβήνει,
μα καίει μόνο
εμένα.
Ένας έρωτας που σ' αφήνει,
σαν
σκιά χαμένη στο σκοτάδι ξένα.
Αν
υπάρχει Θεός, να μας λυπηθεί,
να
γυρίσεις πριν η αγάπη χαθεί.
(Γέφυρα - ξέσπασμα)
Κράτα με,
αν νιώθεις ακόμα,
αν μέσα σου καίει
μια σπίθα μικρή.
Μη μ' αφήνεις σε
αυτή τη λαβωματιά,
μη γίνουμε ακόμα
μια χαμένη στιγμή...
(Τελικό Ρεφρέν - κορύφωση)
Είσαι
φλόγα που δεν σβήνει,
μα καίει μόνο
εμένα...
Κι αν δε γίνεις πια δική
μου,
θα σε ψάχνω ως το τέλος, σε κάθε
εποχή...

"Αίμα και Φωτιά"
(Κουπλέ
1 – Σκοτεινή ένταση)
Ήρθες σαν
καταιγίδα μες στη νύχτα,
χάθηκα μέσα
σου σαν κραυγή.
Μ' άγγιξες κι ήμουν
σπίθα που φλέγεται,
μα έγινες στάχτη
πριν την αυγή.
(Προ-Ρεφρέν – Έκρηξη συναισθήματος)
Πώς
να σε σβήσω απ' τις φλέβες μου;
Είσαι
φωτιά που δεν ξεχνά!
(Ρεφρέν – Δυνατό, γεμάτο πάθος και
πόνο)
Είσαι αίμα και φωτιά,
μια
πληγή που καίει βαθιά!
Σ' αγαπώ κι
ας με σκοτώνεις,
κάθε ανάσα σου με
λιώνει!
Αν είναι λάθος, ας χαθώ,
μα
να ζήσω χωρίς σου, δεν μπορώ!
(Κουπλέ 2 – Πιο δυναμικό, πιο
συναισθηματικό)
Ήσουν το χτύπημα
στην καρδιά μου,
μια προσευχή που δεν
έφτασε Θεό.
Τώρα μονάχος μέσα στον
άνεμο,
φωνάζω τ' όνομά σου στο κενό!
(Προ-Ρεφρέν – Ανεβαίνει η ένταση
ξανά)
Πώς να σε σβήσω απ' τις φλέβες
μου;
Είσαι φωτιά που δεν ξεχνά!
(Ρεφρέν – Ακόμα πιο δυνατό, πιο
σπαρακτικό)
Είσαι αίμα και φωτιά,
μια
πληγή που καίει βαθιά!
Σ' αγαπώ κι
ας με σκοτώνεις,
κάθε ανάσα σου με
λιώνει!
Αν είναι λάθος, ας χαθώ,
μα
να ζήσω χωρια
σου, δεν μπορώ!
(Γέφυρα – Η κορύφωση του δράματος)
Αν
υπάρχει ζωή μετά τον χαμό,
θα σε βρω,
θα σε κλέψω απ' τον ουρανό!
Κι αν το
τίμημα είναι να καώ,
θα χαθώ μέσα σου,
δεν θα πω "όχι"!
(Τελικό Ρεφρέν – Απόλυτη κορύφωση!)
Είσαι
αίμα και φωτιά,
μια κατάρα που λατρεύω
ξανά!
Σ' αγαπώ κι ας με σκοτώνεις,
δεν
υπάρχει τέλος αν δεν λιώνεις!
Αν είναι
λάθος, ας χαθώ,
αλλά χωρια
σου, δεν μπορώ!

"Σαν Σκιά Στη Βροχή"
(Κουπλέ
1 – Η απώλεια ξεκινά σαν ψίθυρος)
Περπατώ
σε δρόμους που μιλούν για σένα,
κάθε
βήμα μια σκιά απ' το παρελθόν.
Μου
μιλάει ο άνεμος με τη φωνή σου,
μα
όταν γυρίζω, είσαι πάλι ουρανός.
(Προ-Ρεφρέν – Η ελπίδα και ο πόνος
μάχονται)
Δεν ξέρω αν ήσουν όνειρο,
ή
μια αλήθεια που έσβησε νωρίς…
(Ρεφρέν – Ξέσπασμα πόνου και
λαχτάρας)
Είσαι σαν σκιά στη
βροχή,
φεύγεις πριν σε ακουμπήσω.
Ένα
όνομα μες στη σιωπή,
που ακόμα
ψιθυρίζω.
Αν σε βρω σε άλλη ζωή,
θα
σε κρατήσω αυτή τη φορά…
(Κουπλέ 2 – Οι αναμνήσεις δεν
ξεθωριάζουν)
Στο παλιό μας σπίτι
καίει ακόμα το φως,
μα κανείς δεν
γυρνά το κλειδί.
Τα χρώματα σβήνουν,
μα μένει το βλέμμα σου,
μια σκιά που
με ακολουθεί…
(Προ-Ρεφρέν – Μια τελευταία ερώτηση
στη μοίρα)
Πες μου, αν με θυμάσαι
ακόμα,
ή αν ήμουν μόνο μια στάχτη στον
άνεμο…
(Ρεφρέν – Δυνατό, γεμάτο λαχτάρα
και πόνο)
Είσαι σαν σκιά στη
βροχή,
φεύγεις πριν σε ακουμπήσω.
Ένα
όνομα μες στη σιωπή,
που ακόμα
ψιθυρίζω.
Αν σε βρω σε άλλη ζωή,
θα
σε κρατήσω αυτή τη φορά…
(Γέφυρα – Το απόλυτο ξέσπασμα
συναισθημάτων)
Κι αν ο χρόνος
γυρνούσε ξανά,
θα άλλαζα το τέλος
μας!
Δεν θα σε άφηνα να γίνεις
μια
σκιά που χάνεται στη βροχή…
(Τελικό Ρεφρέν – Κορύφωση, με απόγνωση
και δύναμη)
Είσαι σαν σκιά στη
βροχή,
μια μορφή που όλο σβήνει…
Μα
ακόμα εδώ, βαθιά στην ψυχή,
η φωνή σου
με κυκλώνει…
Αν σε βρω σε άλλη ζωή,
θα
σε κρατήσω… αυτή τη φορά.

"Φεύγεις Και Τελειώνω"
(Κουπλέ
1)
Κλείνω την πόρτα, σβήνω το φως,
μια
σιωπή σαν μαχαίρι στο στήθος κοφτερό.
Στο
τραπέζι δυο ποτήρια κι ένα ψέμα,
μια
αγάπη που σκορπίστηκε στο ψύχος και στο
ρέμα.
(Ρεφρέν)
Φεύγεις και
τελειώνω, μια ζωή ρημάζω,
ό,τι
είχα και δεν είχα, στο ποτήρι το
βουλιάζω.
Φεύγεις και τελειώνω,
άδεια η ψυχή μου,
σαν παλιό
τραγούδι σβήνει η φωνή μου.
(Κουπλέ 2)
Κάθε βήμα σου μαχαίρι
που ματώνει,
κάθε λέξη σου καπνός που
στον αέρα λιώνει.
Τι να κάνω, τι να
αλλάξω, τι να πω,
όταν όλα ήταν ψέμα
απ' την αρχή κι εγώ τυφλός;
(Ρεφρέν – Επανάληψη)
Φεύγεις
και τελειώνω, μια ζωή ρημάζω,
ό,τι
είχα και δεν είχα, στο ποτήρι το
βουλιάζω.
Φεύγεις και τελειώνω,
άδεια η ψυχή μου,
σαν παλιό
τραγούδι σβήνει η φωνή μου.

"Μάτωσε Η Καρδιά Μου"
(Κουπλέ
1)
Μάτωσε η καρδιά μου πάλι,
φεύγεις
κι όλα είναι ζάλη.
Σαν καπνός σβήνεις
μπροστά μου,
και χαθήκαν τ' όνειρά
μου.
(Κουπλέ 2)
Έδωσα ψυχή και σώμα,
κι
όμως έμεινα στο χώμα.
Μ' άφησες χωρίς
μια λέξη,
κι η ζωή μου έχει μπλέξει.
(Ρεφρέν)
Και πονάω, και
ρημάζω,
σε μισώ μα σε
φωνάζω.
Μια ζωή την κάνεις
στάχτη,
μια καρδιά την κάνεις
λάθη.
(Νέο Κουπλέ 3)
Πήρα δρόμους
δίχως φως,
μια σκιά στο πουθενά.
Ό,τι
ζήσαμε, καπνός,
κι η ψυχή μου ανοιχτή
πληγή ξανά.
(Ρεφρέν – Επανάληψη)
Και
πονάω, και ρημάζω,
σε μισώ
μα σε φωνάζω.
Μια ζωή την
κάνεις στάχτη,
μια καρδιά
την κάνεις λάθη.

"Αγάπη Που Σκοτώνει"
(Κουπλέ
1)
Σ' αγάπησα σαν να 'σουν ήλιος,
μα
μ' έκλεισες σε μαύρο κρύο.
Έδωσα τα
πάντα για 'σένα,
κι εσύ μ' άφησες
στο ψέμα.
(Κουπλέ 2)
Μια μαχαιριά τα δυο
σου χείλη,
και μια προδοσία στο
μανίκι.
Σ' έκανα Θεό, το ξέρεις,
κι
όμως μ' έσβησες, δεν θέλεις.
(Ρεφρέν)
Είσαι αγάπη που
σκοτώνει,
μια πληγή που δεν
τελειώνει.
Ήσουν ψέμα και
σημάδι,
στη ζωή μου μαύρο
βράδυ.
(Κουπλέ 3)
Κάθε νύχτα με
τσακίζει,
η σιωπή σου με γκρεμίζει.
Σε
μισώ μα σε ζητάω,
σ' αγαπώ και δεν
ξεχνάω.
Γέφυρα:
(Αργό, με δύναμη στη φωνή)
Κι
αν ξαναρθείς, δε θα σε θέλω,
έγινα
στάχτη κι ανασαίνω.
Έμαθα πια να μην
πονάω,
μα στην καρδιά μου σε κρατάω…
(Μικρό μουσικό διάλειμμα – μπουζούκι/κιθάρα με ένταση)
(Ρεφρέν – Εκρηκτικό, τελευταία
φορά)
Είσαι αγάπη που
σκοτώνει,
μια πληγή που δεν
τελειώνει.
Ήσουν ψέμα και
σημάδι,
στη ζωή μου μαύρο
βράδυ.

Στη Σκια Σου..
Στίχος
1
Στο σκοτάδι της νύχτας, σε ψάχνω
ξανά,
Μια ανάσα μακριά και όμως τόσο
μακριά.
Οι λέξεις που είπες, χαμένες
στον αέρα,
Πονάνε στη σιωπή που αφήνει
η καρδιά.
Ρεφρέν
Κι αν η αγάπη μας
πονάει, δεν ξεχνά,
Σε κάθε χτύπο της
καρδιάς μου σ' αναζητώ ξανά.
Έχω χαθεί,
μα δε σε αφήνω,
Στη σκιά σου, ακόμα σε
νιώθω.
Οι στιγμές μας θάμπωσαν,
σαν σκιές στον καιρό,
Κι όμως εσύ,
στον πόνο, μένεις το φως.
Θα σε βρω σε
κάθε δρόμο, σε κάθε βήμα,
Ακόμα κι αν
η αγάπη μας δεν έχει μέλλον, θα σε κρατήσω.
Κι αν η αγάπη μας πονάει,
δεν ξεχνά,
Σε κάθε χτύπο της καρδιάς
μου σ' αναζητώ ξανά.
Έχω χαθεί, μα δε
σε αφήνω,
Στη σκιά σου, ακόμα σε νιώθω.

Φως Στο Σκοτάδι..
Στίχος
1
Ήρθες στη ζωή μου, σαν φως στο
σκοτάδι,
Όταν τα πάντα γύρω ήταν μόνο
μια σκιά.
Η καρδιά μου πληγωμένη, με
φόβο και θλίψη,
Αλλά εσύ ήσουν εκεί,
να τη γεμίσεις με αγάπη και ζωή.
Ρεφρέν
Ξαφνικά, τα πάντα
γύρω άλλαξαν,
Μια αγάπη, σαν όνειρο,
ξανά φωτίζει την καρδιά.
Όταν ήμουν
χαμένη, μες στο σκοτάδι,
Ήρθες
εσύ, και έγινε όλος ο κόσμος φως.
Στίχος 2
Μια στιγμή, και
όλη μου η ζωή ανατράπηκε,
Εσύ ήρθες
αθόρυβα, κι όλα γύρω ανθίσαν.
Δεν
χρειαζόμουν λόγια, το βλέμμα σου
αρκούσε,
Η αγάπη μας έγινε το μόνο
που μένει.
Γέφυρα
Και αν ο κόσμος
ξαναπέσει, δεν φοβάμαι πια,
Γιατί σε
σένα βρήκα το φως που με κρατά.
Μια
αγάπη που δεν τελειώνει, δεν χάνεται,
Μαζί
σου μπορώ, με σένα μπορώ, όλα να ξαναρχίσουν.
Ρεφρέν
Ξαφνικά, τα πάντα
γύρω άλλαξαν,
Μια αγάπη, σαν όνειρο,
ξανά φωτίζει την καρδιά.
Όταν ήμουν
χαμένη, μες στο σκοτάδι,
Ήρθες
εσύ, και έγινε όλος ο κόσμος φως.

"Δε Σ' Αφήνω, Δε Μπορώ"
(Κουπλέ 1)
Ο χρόνος τρέχει
σαν φωτιά,
καίει μνήμες, προχωρά,
μα
η καρδιά μου δεν ξεχνά,
ακόμα σ'
αναζητά.
(Κουπλέ 2)
Μίλησα στον άνεμο,
του
είπα να σε βρει,
μα σβήστηκαν τα
βήματα,
χαθήκαν στη βροχή.
(Ρεφρέν)
Μα ό,τι αξίζει, δεν
χάνεται,
σαν άστρο στον ουρανό,
κι
αν η ζωή μας αλλάζει,
δε σ' αφήνω, δε
μπορώ.
(Γέφυρα)
Ίσως έπρεπε να φύγω,
μα
δε μάθαμε να ζούμε χωριστά,
η αγάπη
μας φωτιά που δε σβήνει,
θα καίει για
πάντα δυνατά.
(Ρεφρέν – Επανάληψη)
Μα ό,τι
αξίζει, δεν χάνεται,
σαν άστρο στον
ουρανό,
κι αν η ζωή μας αλλάζει,
δε
σ' αφήνω, δε μπορώ.

"Ήσουν το Πάντα, Έγινες το Κάποτε"
(Κουπλέ
1)
Ήσουν φλόγα μες στη νύχτα, μια
ανάσα στη σιωπή,
μια υπόσχεση στα
χείλη, μια αγάπη δυνατή.
Κάθε βλέμμα
σου μια αλήθεια, κάθε άγγιγμα φωτιά,
τώρα
γίναμε δυο ξένοι κι η καρδιά μου ερημιά.
(Ρεφρέν)
Ήσουν το πάντα, έγινες
το κάποτε,
ένας ψίθυρος που χάθηκε
στον άνεμο.
Στα τραγούδια, στις σκιές,
ακόμα ζω,
μα εσύ μια ανάμνηση που δεν
ξεχνώ.
(Κουπλέ 2)
Δρόμοι άδειοι, δίχως
χρώμα, κι η σκιά σου με ακολουθεί,
κάθε
βήμα μου θυμίζει πως δεν είσαι πια εδώ
εσύ.
Μάτια κλείνω, σε ζητάω, μα το
όνειρο σβήνει νωρίς,
μια αγάπη που
χαθήκε, μα δε θα σβήσει απ' τη ζωή.
(Ρεφρέν – επανάληψη)
Ήσουν το πάντα, έγινες το κάποτε,
ένας
ψίθυρος που χάθηκε στον άνεμο.
Στα
τραγούδια, στις σκιές, ακόμα ζω,
μα
εσύ μια ανάμνηση που δεν ξεχνώ.
(Γέφυρα)
Μπορεί η ζωή να συνέχισε,
μα εγώ έχω μείνει εκεί,
σε μια αγάπη
που δε σβήνει, σε ένα ανείπωτο γιατί...

Μια Αγαπη Που Περιμενει..
Στροφή
1:
Ο χρόνος κυλάει, μα εσύ δεν σβήνεις,
Στο
μυαλό μου ακόμα ζεις.
Κάθε βράδυ
ψιθυρίζω το όνομά σου,
Μα η σιωπή δεν
μου αρκεί.
Pre-chorus:
Τα χέρια άδεια, η
καρδιά φωνάζει,
Μια αγάπη σαν φωτιά,
που ακόμα σιγοκαίει…
Ρεφρέν:
Μια αγάπη που
περιμένει,
Δεν λυγά, δεν πεθαίνει!
Μέσα
στους δρόμους, στις νύχτες, στα φώτα,
Σε
ψάχνω ξανά, μα δεν είσαι εδώ!
Στροφή 2:
Κάθε σκέψη μου
γεμάτη απ' το χθες,
Μια σκιά που με
κρατά φυλακισμένη.
Αν
η μοίρα μας κρατάει χωριστά,
Πες μου,
γιατί ακόμα ανασαίνω;
Pre-chorus:
Τα χέρια άδεια, η
καρδιά φωνάζει,
Μια αγάπη σαν φωτιά,
που ακόμα σιγοκαίει…
Ρεφρέν:
Μια αγάπη που
περιμένει,
Δεν λυγά, δεν πεθαίνει!
Μέσα
στους δρόμους, στις νύχτες, στα φώτα,
Σε
ψάχνω ξανά, μα δεν είσαι εδώ!
Γεφυρα
(δυνατή κορύφωση):
Κι αν ποτέ
γυρίσεις, αν σταθείς μπροστά μου,
Θα
νιώσεις πως τίποτα δεν έχει αλλάξει!
Η
φλόγα καίει, τα μάτια μου λένε,
Πως
πάντα για σένα η καρδιά μου χτυπά!
Τελικό ρεφρέν (ακόμα πιο έντονο):
Μια
αγάπη που περιμένει,
Δεν λυγά, δεν
πεθαίνει!
Σπάει τους τοίχους, νικάει
τον χρόνο,
Σε θέλω ξανά, δεν υπάρχει
"μετά"!

Η Σιωπή που Μιλάει..
Στροφή
1:
Στον αέρα της σιωπής, οι σκέψεις
μου χορεύουν,
Χαμένα φύλλα στον άνεμο,
που δεν ξέρουν που να πάνε.
Η καρδιά
μου τρέχει, μα δεν μπορώ να σε φτάσω,
Κι
οι λέξεις, απλά, μένουν στον αέρα,
ανεξήγητες, χωρίς νόημα.
Ρεφρέν:
Η σιωπή που μιλάει,
με φωνάζει σιωπηλά,
Μες στο κενό,
ψάχνω να σε βρω ξανά.
Ήρθες και έφυγες,
άφησες το άρωμά σου,
Και τώρα η σιωπή
είναι το μόνο που έχω απ' το πέρασμά
σου.
Στροφή 2:
Άπλωσα τα χέρια
στον άνεμο, για να σε πιάσω,
Μα εσύ
χάθηκες, σαν το φως που φεύγει στον
ορίζοντα.
Η καρδιά μου περιμένει, με
τη σκιά σου παντού,
Στη σιωπή της
νύχτας, η αγάπη σου παραμένει εδώ.
Ρεφρέν:
Η σιωπή που μιλάει,
με φωνάζει σιωπηλά,
Μες στο κενό,
ψάχνω να σε βρω ξανά.
Ήρθες και έφυγες,
άφησες το άρωμά σου,
Και τώρα η σιωπή
είναι το μόνο που έχω απ' το πέρασμά
σου.
Bridge:
Άφησες μια σκιά που
δεν μπορώ να διώξω,
Και η σιωπή, σαν
μουσική, με καλεί να σε βρω.
Μα όσο κι
αν ψάχνω, εσύ είσαι μακριά,
Η σιωπή
μιλάει, μα εσύ δεν είσαι πια κοντά.
Τελικό Ρεφρέν:
Η σιωπή που
μιλάει, με φωνάζει σιωπηλά,
Μες στο
κενό, ψάχνω να σε βρω ξανά.
Ήρθες και
έφυγες, άφησες το άρωμά σου,
Και τώρα
η σιωπή είναι το μόνο που έχω απ' το
πέρασμά σου.

Αστέρια στην Ομίχλη..
Στροφή
1:
Η ομίχλη σκεπάζει τα όνειρά
μου, δεν ξέρω που να πάω,
η καρδιά μου
φωνάζει το όνομά σου, μα όλα μένουν
σιωπηλά.
Στο σκοτάδι, τα αστέρια
σβήνουν, μα η φλόγα τους δεν σβήνει,
η
σκιά σου με κυνηγά, και δεν μπορώ να
ξεφύγω από αυτήν.
Ρεφρέν:
Αστέρια στην
ομίχλη, καίνε μέσα μου σαν φωτιά,
μ'
όλη την αγάπη που χάθηκε, και τώρα είναι
αιτία για τον πόνο.
Σε ψάχνω μέσα στη
σιωπή, μα εσύ λείπεις ξανά,
μα η λάμψη
σου μένει, θα σε βρω, ακόμα κι αν είναι
αργά!
Στροφή 2:
Ο χρόνος είναι
εχθρός, τα πάντα σπάζουν και φεύγουν,
μα
εσύ, σαν ένα άστρο, παραμένεις εδώ και
δεν φεύγεις ποτέ.
Η απουσία σου με
πνίγει, μα η σκέψη σου με κρατά ζωντανό,
σε
κάθε αναπνοή, σε κάθε βήμα, σε νιώθω να
με κυνηγάς.
Ρεφρέν:
Αστέρια στην
ομίχλη, καίνε μέσα μου σαν φωτιά,
μ'
όλη την αγάπη που χάθηκε, και τώρα είναι
αιτία για τον πόνο.
Σε ψάχνω μέσα στη
σιωπή, μα εσύ λείπεις ξανά,
μα η λάμψη
σου μένει, θα σε βρω, ακόμα κι αν είναι
αργά!
Bridge:
Η νύχτα αναστενάζει,
κι εγώ δεν φοβάμαι πια,
η σιωπή μιλά
πιο δυνατά και ξέρω πως εσύ είσαι
εδώ.
Ακόμα κι αν η φωνή σου χάθηκε
στον άνεμο,
τα αστέρια είναι για μένα
το φως που με οδηγεί πίσω σε σένα.
Τελικό Ρεφρέν:
Αστέρια
στην ομίχλη, καίνε μέσα μου σαν φωτιά,
μ'
όλη την αγάπη που χάθηκε, και τώρα είναι
αιτία για τον πόνο.
Σε ψάχνω μέσα στη
σιωπή, μα εσύ λείπεις ξανά,
μα η λάμψη
σου μένει, θα σε βρω, ακόμα κι αν είναι
αργά!

"Μοναδικός Οπως Εγώ"
(Ρεφρέν)
Είμαι
μοναδικός, όπως εγώ,
Με τη δύναμη της
καρδιάς, πετάω ψηλά,
Ο κόσμος μου
αλλάζει, όταν βρω το φως,
Αυτό που με
κάνει εμένα, είναι το μοναδικό μου εγώ.
(Στροφή 1)
Με τα όνειρα να φωτίζουν
τον ουρανό,
Άλλα παιδιά με κοιτάζουν,
μα δεν καταλαβαίνουν,
Τα μάτια μου
βλέπουν πέρα από τα αστέρια,
Μα το
μονοπάτι μου είναι γεμάτο ελπίδα και
αγάπη.
(Ρεφρέν)
Είμαι μοναδικός, όπως
εγώ,
Με τη δύναμη της καρδιάς, πετάω
ψηλά,
Ο κόσμος μου αλλάζει, όταν βρω
το φως,
Αυτό που με κάνει εμένα, είναι
το μοναδικό μου εγώ.
(Στροφή 2)
Δεν είμαι σαν τους άλλους,
μα δεν με νοιάζει,
Η διαφορετικότητά
μου με κάνει να λάμπω,
Γιατί στο τέλος
της ημέρας, το μόνο που έχει σημασία,
Είναι
να είμαι εγώ, με όλη την ομορφιά που έχω.
(Ρεφρέν)
Είμαι μοναδικός, όπως
εγώ,
Με τη δύναμη της καρδιάς, πετάω
ψηλά,
Ο κόσμος μου αλλάζει, όταν βρω
το φως,
Αυτό που με κάνει εμένα, είναι
το μοναδικό μου εγώ.
(Γέφυρα)
Και όταν όλοι με
κοιτούν,
Καταλαβαίνουν πως δεν είμαι
μόνος,
Αυτό που βλέπεις είναι
αλήθεια,
Και αυτό το φως, είναι για
όλους μας.
(Ρεφρέν)
Είμαι μοναδικός, όπως
εγώ,
Με τη δύναμη της καρδιάς, πετάω
ψηλά,
Ο κόσμος μου αλλάζει, όταν βρω
το φως,
Αυτό που με κάνει εμένα, είναι
το μοναδικό μου εγώ.

"Δεύτερη Ευκαιρία"
(Ρεφρέν)
Είναι
η δεύτερη ευκαιρία που ζητώ,
Με μια
καρδιά που φωνάζει «σε αγαπώ»,
Με τα
δάκρυα να πέφτουν σαν βροχή,
Αλλά θα
σε αγαπώ για πάντα, πιστεύω στη δεύτερη
ευκαιρία.
(Στροφή 1)
Ήρθες ξανά στη ζωή μου, με
το βλέμμα σου φωτεινό,
Η βροχή που
πέφτει, δεν μπορεί να σβήσει τον πόνο,
Ήταν
σαν χθες, η αγάπη μας και τα όνειρα,
Κι
όμως χάθηκαν, αλλά η καρδιά μας δεν
ξεχνά.
(Προ-Ρεφρέν)
Η σιωπή είναι βαριά, μα
τα λόγια σου με καλούν,
Πόσο μακριά
πήγαμε για να φτάσουμε εδώ,
Μα για
σένα θα τολμήσω ξανά,
Για μια δεύτερη
ευκαιρία, για μας.
(Ρεφρέν)
Είναι η δεύτερη ευκαιρία
που ζητώ,
Με μια καρδιά που φωνάζει
«σε αγαπώ»,
Με τα δάκρυα να πέφτουν
σαν βροχή,
Αλλά θα σε αγαπώ για πάντα,
πιστεύω στη δεύτερη ευκαιρία.
(Στροφή 2)
Πάντα φοβόμουν να πιστέψω
ξανά,
Μα η αγάπη σου με φέρνει κοντά,
Η
νύχτα είναι γεμάτη από μυστικά,
Και
αν τα χάσαμε, τώρα τα ξαναβρίσκουμε,
μαζί.
(Προ-Ρεφρέν)
Η σιωπή είναι βαριά, μα
τα λόγια σου με καλούν,
Πόσο μακριά
πήγαμε για να φτάσουμε εδώ,
Μα για
σένα θα τολμήσω ξανά,
Για μια δεύτερη
ευκαιρία, για μας.
(Ρεφρέν)
Είναι η δεύτερη ευκαιρία
που ζητώ,
Με μια καρδιά που φωνάζει
«σε αγαπώ»,
Με τα δάκρυα να πέφτουν
σαν βροχή,
Αλλά θα σε αγαπώ για πάντα,
πιστεύω στη δεύτερη ευκαιρία.
(Γέφυρα)
Αυτή η στιγμή, είναι η
αρχή,
Δεν έχουμε φόβο, ούτε αναστολές,
Μόνο
εμείς και η αγάπη μας,
Για πάντα, για
πάντα, μαζί.
(Ρεφρέν)
Είναι η δεύτερη ευκαιρία
που ζητώ,
Με μια καρδιά που φωνάζει
«σε αγαπώ»,
Με τα δάκρυα να πέφτουν
σαν βροχή,
Αλλά θα σε αγαπώ για πάντα,
πιστεύω στη δεύτερη ευκαιρία.

"Μια Καρδιά Στο Σκοτάδι"
(Ρεφρέν)
Υπάρχει
μια καρδιά που κρύβει φως,
Σκοτάδι
το περιβάλλει, αλλά είναι δικός της ο
δρόμος,
Δύσκολη, σιωπηλη,
μα γεμάτη αγάπη,
Μια
καρδιά που φοβάται να αγαπήσει, αλλά η
αγάπη δεν μπορεί να κρυφτεί.
(Στροφή 1)
Από μακριά φαίνεται σκληρη
και ψυχρη,
Με λόγια που
καίνε, με μάτια που δεν βλέπουν,
Μα
αν κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά,
Θα δεις
το φόβο της, την αγάπη που
δεν τολμάει να δείξει.
(Προ-Ρεφρέν)
Η σιωπή της
είναι δυνατή, μα οι πράξεις τις
μιλούν,
Μια καρδιά που δεν έχει μάθει
να ζητά,
Αλλά αν κοιτάξεις μέσα της,
θα δεις την αλήθεια,
Μια καρδιά που
αγαπάει, μα φοβάται να το πει.
(Ρεφρέν)
Υπάρχει μια καρδιά που
κρύβει φως,
Σκοτάδι το περιβάλλει,
αλλά είναι δικός της ο δρόμος,
Δύσκολη,
σιωπηλη, μα γεμάτη
αγάπη,
Μια καρδιά
που φοβάται να αγαπήσει, αλλά η αγάπη
δεν μπορεί να κρυφτεί.
(Στροφή 2)
Σαν κρύσταλλο σπασμένο,
αλλά όλο λάμψη,
Δεν χρειάζεται λόγια,
μόνο μια αγκαλιά γεμάτη κατανόηση,
Αφήστε
τη να ανοίξει την πόρτα
της καρδιάς της,
Θα
δείτε την αγάπη της να
λάμπει δυνατά, σαν ήλιος στον ουρανό.
(Προ-Ρεφρέν)
Η σιωπή της
είναι δυνατή, μα οι πράξεις τις
μιλούν,
Μια καρδιά που δεν έχει μάθει
να ζητά,
Αλλά αν κοιτάξεις μέσα της,
θα δεις την αλήθεια,
Μια καρδιά που
αγαπάει, μα φοβάται να το πει.
(Ρεφρέν)
Υπάρχει μια καρδιά που
κρύβει φως,
Σκοτάδι το περιβάλλει,
αλλά είναι δικός της ο δρόμος,
Δύσκολη,
σιωπηλη, μα γεμάτη
αγάπη,
Μια καρδιά που φοβάται να
αγαπήσει, αλλά η αγάπη δεν μπορεί να
κρυφτεί.
(Γέφυρα)
Και αν εσύ τολμήσεις να το
δεις,
Η αγάπη της θα σε
βρει,
Είναι εκεί, βαθιά κρυμμένη,
Αλλά
δεν θα αργήσει να ανθίσει.
(Ρεφρέν)
Υπάρχει μια καρδιά που
κρύβει φως,
Σκοτάδι το περιβάλλει,
αλλά είναι δικός της ο δρόμος,
Δύσκολη,
σιωπηλη, μα γεμάτη
αγάπη,
Μια καρδιά που φοβάται να
αγαπήσει, αλλά η αγάπη δεν μπορεί να
κρυφτεί.

"Η Σιωπή Της"
(Κουπλέ 1)
Η σιωπή της, πιο δυνατή από φωνές,
Με
τα μάτια της λέει όσα δεν ακούμε,
Δεν
υπάρχουν λόγια, μόνο συναισθήματα,
Η
παρουσία της αρκεί να μας ταράξει.
(Ρεφρέν)
Δεν φοβάται τη σιωπή της,
είναι δύναμη,
Δεν χρειάζεται να
μιλήσει για να καταλάβεις,
Κάθε βλέμμα
της, μια ολόκληρη ιστορία,
Η σιωπή
της φωνάζει περισσότερα από λέξεις.
(Κουπλέ 2)
Η καρδιά της, βαθιά, γεμάτη
μυστικά,
Δεν ανοίγει τα χείλη της για
το περιττό,
Οι πράξεις της λένε όσα
τα λόγια δεν φτάνουν,
Η σιωπή της, πιο
δυνατή από κάθε ψέμα.
(Ρεφρέν)
Δεν φοβάται τη σιωπή της,
είναι δύναμη,
Δεν χρειάζεται να
μιλήσει για να καταλάβεις,
Κάθε βλέμμα
της, μια ολόκληρη ιστορία,
Η σιωπή
της φωνάζει περισσότερα από λέξεις.
(Γέφυρα)
Η σιωπή της είναι ο κόσμος
που δεν χρειάζεται εξηγήσεις,
Δεν
υπάρχει ανάγκη για περιττές λέξεις,
Γιατί
το αληθινό νόημα βρίσκεται εκεί,
Στην
απόλυτη ηρεμία που φέρει μέσα της.
(Ρεφρέν)
Δεν φοβάται τη σιωπή της,
είναι δύναμη,
Δεν χρειάζεται να
μιλήσει για να καταλάβεις,
Κάθε βλέμμα
της, μια ολόκληρη ιστορία,
Η σιωπή
της φωνάζει περισσότερα από λέξεις.

«Ελπίζω Να Γυρίσεις..»
Κουπλέ
1
Δεν είπα λέξη, μα σε κουβαλάω
σε
κάθε σκέψη, σε κάθε λεπτό.
Κρυφά σου
γράφω, μα δεν τολμάω
να στείλω αυτά
που κρατώ.
Ρεφρέν
Μου λείπεις, μα δεν
στο λέω
μονάχα ελπίζω να γυρίσεις.
Στις
νύχτες που δεν αντέχω άλλο
να είσαι
εκεί, να με κρατήσεις.
Δεν σου ζητώ
να με θυμάσαι,
μα μες στη σιωπή σου
να χωράω.
Κι αν μια μέρα ξαναγυρίσεις,
σου
υπόσχομαι, δε θα πονάω.
Κουπλέ 2
Τα μάτια κλείνω,
σε φέρνω πίσω
στο χτες που ακόμα
ζω.
Και προσευχές σιγανά ψιθυρίζω
να
σε φέρουν εδώ.
Ρεφρέν (επανάληψη)
Μου
λείπεις, μα δεν στο λέω
μονάχα ελπίζω
να γυρίσεις.
Στις νύχτες που δεν
αντέχω άλλο
να είσαι εκεί, να με
κρατήσεις.
Δεν σου ζητώ να με θυμάσαι,
μα
μες στη σιωπή σου να χωράω.
Κι αν μια
μέρα ξαναγυρίσεις,
σου υπόσχομαι, δε
θα πονάω.
Γέφυρα
Κι αν όλα χαθούν
στο χρόνο,
αν φύγεις και δεν κοιτάξεις,
η
αγάπη αυτή θα μείνει,
σαν αστέρι να
μην σβήσεις.
Ρεφρέν (τελικό)
Μου λείπεις,
κι ας μην στο λέω
μα ελπίζω, ναι… να
γυρίσεις.
Κι όταν σε βρω ξανά στο φως
μου,
θα ξέρεις πόσο μ' έχεις λείψει...

"Μια Αγάπη Που Δε Φεύγει.."
[Κουπλέ
1]
Μια αγάπη που δεν φεύγει
ποτέ,
Σαν σκιά που ακολουθεί,
Σαν
άνεμος που δεν τον κρατάς,
Μα ξέρεις
ότι πάντα εκεί θα 'ναι.
Ήταν μια στιγμή που φάνηκε ξαφνική,
Μια
ματιά, μια λέξη, μια ζωή,
Κι αν οι
δρόμοι μας δεν συναντηθούν,
Η καρδιά
μου σε θυμάται, πάντα θα σε βρει.
[Ρεφρέν]
Μια αγάπη που δε
φεύγει,
Σαν το φως που δε σβήνει,
Ακόμα
κι αν οι μέρες περνούν,
Είσαι εκεί,
και θα 'σαι για πάντα.
Μια αγάπη που δε φεύγει,
Σαν τη
θάλασσα που αγκαλιάζει τη γη,
Ακόμα
κι αν δεν σε βλέπω,
Η καρδιά μου σε
κρατάει, εσύ είσαι εκεί.
[Κουπλέ 2]
Η σιωπή σου μιλάει
πιο δυνατά,
Σαν ένα τραγούδι που δεν
τελειώνει,
Στα όνειρά μου σε νιώθω
κοντά,
Και σε κάθε μου βήμα, σε περιμένω.
[Ρεφρέν]
Μια αγάπη που δε
φεύγει,
Σαν το φως που δε σβήνει,
Ακόμα
κι αν οι μέρες περνούν,
Είσαι εκεί,
και θα 'σαι για πάντα.
Μια αγάπη που δε φεύγει,
Σαν τη
θάλασσα που αγκαλιάζει τη γη,
Ακόμα
κι αν δεν σε βλέπω,
Η καρδιά μου σε
κρατάει, εσύ είσαι εκεί.
[Γέφυρα]
Κι αν φύγεις
μακριά,
Δεν μπορείς να φύγεις από την
καρδιά,
Αυτή η αγάπη δε φεύγει,
Θα
σε βρω σε κάθε νέα μέρα.
[Ρεφρέν - Επανάληψη]
Μια
αγάπη που δε φεύγει,
Σαν το φως που
δε σβήνει,
Ακόμα κι αν οι μέρες
περνούν,
Είσαι εκεί, και θα 'σαι για
πάντα.
Μια αγάπη που δε φεύγει,
Σαν τη
θάλασσα που αγκαλιάζει τη γη,
Ακόμα
κι αν δεν σε βλέπω,
Η καρδιά μου σε
κρατάει, εσύ είσαι εκεί.

«Αναστεναγμός Της Ελευθερίας..»
Κουπλέ
1
Βυθίστηκα στο σκοτάδι, μα αναστήθηκα,
Με
τα χέρια μου δεμένα, μα η καρδιά μου
φώναξε.
Άφησα πίσω τα ψέματα, τις
ψυχρές πληγές,
Κι ό,τι ήταν κρυφό,
ήρθε στο φως για να με κάψει.
Ρεφρέν
Αυτή είναι η στιγμή
που σπάω,
Αυτός ο κόσμος θα με βρει,
Η
φωνή μου, φωτιά που καίει,
Δεν υπάρχει
πια φόβος για μένα, ούτε για σένα, γιατί
αναστενάζω ελεύθερη.
Κουπλέ 2
Όλα γύρω μου
καταρρέουν, όμως δεν με νοιάζει,
Το
σπαθί της αλήθειας τρυπά την καρδιά
μου,
Έτσι πορεύομαι, βήμα το βήμα,
μεσ' απ' την κόλαση,
Η δύναμή μου
είναι αυτή που με φέρνει μπροστά, χωρίς
καμία υποχώρηση.
Ρεφρέν
Αυτή είναι η στιγμή
που σπάω,
Αυτός ο κόσμος θα με βρει,
Η
φωνή μου, φωτιά που καίει,
Δεν υπάρχει
πια φόβος για μένα, ούτε για σένα, γιατί
αναστενάζω ελεύθερη.
Γέφυρα
Κάθε αναστεναγμός,
κάθε δάκρυ που έπεσε,
Ήταν το τέλος
του χθες, το ξεκίνημα του σήμερα.
Τώρα,
είμαι εδώ, πιο δυνατή από ποτέ,
Δεν
με σταματάς, γιατί η ψυχή μου πετάει.
Ρεφρέν
Αυτή είναι η στιγμή
που σπάω,
Αυτός ο κόσμος θα με βρει,
Η
φωνή μου, φωτιά που καίει,
Δεν υπάρχει
πια φόβος για μένα, ούτε για σένα, γιατί
αναστενάζω ελεύθερη.

«Δεν Μ'Ακούς..»
(Στροφή
1)
Σου φωνάζω από μακριά, αλλά δεν
ακούς,
Η καρδιά μου χτυπάει, μα η δική
σου είναι κλειστή,
Το λάθος μου
βαραίνει, το ξέρω καλά,
Αλλά η αγάπη
μου για σένα, δεν έφυγε ποτέ.
(Ρεφρέν)
Σιωπή, μόνο σιωπή,
Η σιωπή
σου είναι το πιο δυνατό χτύπημα,
Σε
πληγώσα, το ξέρω, και ζητώ συγχώρεση,
Αλλά
η σιωπή σου σκοτώνει την καρδιά μου.
(Στροφή 2)
Μην κοιτάς πέρα από μένα,
μην με αποφεύγεις,
Τα μάτια σου γεμάτα
πόνο, αλλά δεν με βλέπεις πια,
Κάθε
συγνώμη, κάθε λέξη, φαίνεται άχρηστη,
Γιατί
η σιωπή σου είναι η τιμωρία μου.
(Ρεφρέν)
Σιωπή, μόνο σιωπή,
Η σιωπή
σου είναι το πιο δυνατό χτύπημα,
Σε
πληγώσα, το ξέρω, και ζητώ συγχώρεση,
Αλλά
η σιωπή σου σκοτώνει την καρδιά μου.
(Γέφυρα)
Σε θέλω, σε χρειάζομαι, μα
η πόρτα είναι κλειστή,
Η αγάπη μου σ'
ακολουθεί, χωρίς να σε πιέζει,
Μα εσύ
είσαι μακριά, και δεν με νιώθεις πια,
Η
σιωπή σου με πνίγει, γιατί ξέρω ότι το
θέλεις κι εσύ.
(Ρεφρέν)
Σιωπή, μόνο σιωπή,
Η σιωπή
σου είναι το πιο δυνατό χτύπημα,
Σε
πληγώσα, το ξέρω, και ζητώ συγχώρεση,
Αλλά
η σιωπή σου σκοτώνει την καρδιά μου.
(Καταληκτικό)
Η καρδιά μου, η ψυχή
μου, όλα φωνάζουν για σένα,
Αλλά η
σιωπή σου είναι το τελευταίο μου
τραγούδι.
Πες κάτι, άφησέ με να σε
φτάσω,
Πριν η σιωπή με σκοτώσει για
πάντα.

Τρελη Που Σ'Αγαπα..
[Κουπλέ
1]
Μου είπαν "ξέχασε, μην επιμένεις"
Μα
η καρδιά μου δεν το δέχεται, πονά
Κάθε
νύχτα με σκιές σου να παλεύω
Κι η
σιωπή σου πιο βαριά απ' τη μοναξιά
[Ρεφρέν]
Τρελή που σ' αγαπά
ακόμα
Που πιστεύει σ' ένα "ίσως"
φθαρμένο
Με λένε τρελή, κι εσύ το
ίδιο
Μα εγώ για σένα υπάρχω, και
πεθαίνω
[Κουπλέ 2]
Έφταιξα, το ξέρω,
δεν το αρνιέμαι
Πλήγωσα αυτό που
άξιζε πιο πολύ
Μα δεν ξεχνάει η ψυχή
όσα έχει νιώσει
Κι ας είμαι πια η σκιά
μιας προσευχής
[Ρεφρέν]
Τρελή που σ' αγαπά
ακόμα
Που κρατάει ζωντανή μια φλόγα
σβησμένη
Με λένε τρελή, κι ίσως να
είμαι
Μα ακόμα σε φωνάζει η καρδιά
μου λυπημένη
[Γέφυρα]
Αν μπορούσα μια
στιγμή να γυρίσω
Όσα ράγισα να τα
γιατρέψω ξανά
Θα φώναζα δυνατά "Σ'
αγαπάω"
Όχι σαν τότε, μα όπως τ'
αξίζεις πια
[Τελικό Ρεφρέν]
Τρελή, μα
αληθινή ως το τέλος
Με μια αγάπη που
δεν λυγίζει ποτέ
Τρελή, γιατί ακόμα
ελπίζω
Κι ας είμαι μόνη… κι ας πονάει
σιωπηλά το "γιατί"

«Σπασμένα Λόγια»
[Κουπλέ
1]
Δεν είναι εύκολο να πεις ξανά
"πιστεύω"
Όταν η καρδιά σου έχει
μάθει να σωπαίνει
Μα άνοιξα ξανά τον
κόσμο μου για σένα
Κι ας φώναζαν οι
φόβοι μου πως πάλι θα πονέσω
[Κουπλέ 2]
Μίλησα σιγά, μα
η ψυχή μου ούρλιαζε
Σου 'δωσα το φως
και το σκοτάδι μου μαζί
Μα εσύ δεν
άντεξες, είπες "δεν μπορώ"
Κι
εγώ έμεινα ξανά να μετράω τη σιωπή
[Ρεφρέν]
Δεν ζητάω εξηγήσεις,
ούτε να γυρίσεις
Θέλω μόνο να θυμάσαι
μια καρδιά
Που αγάπησε στα αλήθεια,
χωρίς όρους, χωρίς τύψεις
Και χάθηκε
χωρίς να πει πολλά…
[Κουπλέ 3]
Ίσως ένιωσα πιο
βαθιά απ' όσο άντεχες
Ίσως ήμουν
καθρέφτης που φοβήθηκες να δεις
Μα
δε μετάνιωσα στιγμή που σε εμπιστεύτηκα
Ακόμα
κι αν το τέλος πόνεσε πολύ
[Ρεφρέν]
Δεν ζητάω εξηγήσεις,
ούτε να γυρίσεις
Θέλω μόνο να θυμάσαι
μια καρδιά
Που αγάπησε στα αλήθεια,
χωρίς όρους, χωρίς τύψεις
Και χάθηκε
χωρίς να πει πολλά…
[Γέφυρα]
Αγάπησα με κάθε
μου ραγισμένο κομμάτι
Μ' όλη την
τρυφερότητα που ήξερα να δώσω
Και
τώρα που έμεινα μόνη μ' αυτό το "γιατί"
Δεν
μετανιώνω… γιατί ήταν αληθινό
[Ρεφρέν - επανάληψη]
Δεν
ζητάω εξηγήσεις, ούτε να γυρίσεις
Θέλω
μόνο να θυμάσαι μια καρδιά
Που αγάπησε
στα αλήθεια, χωρίς όρους, χωρίς τύψεις
Και
χάθηκε χωρίς να πει πολλά…

Κάθε Σιωπή Ένα Κομμάτι Εσύ
[Κουπλέ
1]
Δεν έμεινε φωνή να πω πως
πονάω
ούτε λέξη να σου ρίξω φταίξιμο.
Ό,τι
είχα, στο έδωσα με τρέλα,
κι ας ήξερες
πως ήμουν εύθραυστο ποτήρι στο κενό.
[Ρεφρέν]
Κάθε σιωπή, ένα
κομμάτι εσύ,
στιγμές που σβήνουν μα
δεν λησμονεί η ψυχή.
Έφυγες κι άφησες
πίσω σκιές,
μα εγώ, ακόμα εδώ, κρατάω
τις πληγές.
Κάθε σιωπή… μιλάει για
σένα.
Σπασμένα λόγια… που ποτέ δεν
είπαμε κανένα.
[Κουπλέ 2]
Δεν ζήτησα να
μείνεις για πάντα,
μόνο να μη φύγεις
σαν ψέμα νυχτερινό.
Μ' ένα βλέμμα
έλυσα τα δεσμά μου
και τα ξαναέδεσα…
για να μη σε χάσω εγώ.
[Ρεφρέν]
Κάθε σιωπή, ένα
κομμάτι εσύ,
μ' αναμνήσεις που λιώνουν
σαν κερί.
Έφυγες κι άφησες πίσω
σκιές,
μα εγώ, ακόμα εδώ, κρατάω τις
πληγές.
Κάθε σιωπή… μιλάει για
σένα.
Σπασμένα λόγια… που ποτέ δεν
είπαμε κανένα.
[Γέφυρα]
Ίσως να μ'
αγαπούσες,
μα όχι όπως εγώ.
Γιατί
εγώ…
σ' αγάπησα με όλο μου το «δεν
μπορώ».
[Τελικό ρεφρέν – πιο ήρεμο, με
πόνο]
Κάθε σιωπή, ένα κομμάτι
εσύ,
μια αγκαλιά που δεν έγινε ποτέ
φιλί.
Στο σκοτάδι γυρεύω το γιατί…
μα
η απάντηση είναι πάντα… η σιωπή.

Σιωπηλη Φλογα..
Κουπλέ
1:
Στις σκιές σε σκέφτομαι, μόνο
εγώ σε ξέρω
Κάθε χαμόγελό σου με καίει
αργά
Δεν πρέπει να μάθεις, δεν μπορείς
να ξέρεις
Αλλά η καρδιά μου ζει για
σένα παντού
Ρεφρέν:
Σιωπηλή φλόγα μέσα
μου καίει
Έρωτας κρυφός, κανείς δεν
θα μάθει
Σε θέλω τόσο πολύ, μα
σιωπώ
Μυστικό πάθος που δεν θα σβήσει
ποτέ
Κουπλέ 2:
Σε φαντάζομαι
δίπλα μου, χωρίς να το ξέρεις
Κάθε
σκέψη μου είναι δική σου φωτιά
Μυστικά
λόγια που η ψυχή μου ψιθυρίζει
Αλλά
μένουν στη σιωπή, αθόρυβα, για πάντα
Ρεφρέν:
Σιωπηλή φλόγα μέσα
μου καίει
Έρωτας κρυφός, κανείς δεν
θα μάθει
Σε θέλω τόσο πολύ, μα
σιωπώ
Μυστικό πάθος που δεν θα σβήσει
ποτέ
Γέφυρα:
Μπορεί να ζω σε
σκιά, να μη σε αγγίζω ποτέ
Αλλά η
καρδιά μου ξέρει, κι είναι όλη δική
σου
Απαγορευμένος ή όχι, είσαι η φλόγα
μου
Κι η σιωπή αυτή, σε κρατά κοντά
μου
Ρεφρέν (2x):
Σιωπηλή φλόγα
μέσα μου καίει
Έρωτας κρυφός, κανείς
δεν θα μάθει
Σε θέλω τόσο πολύ, μα
σιωπώ
Μυστικό πάθος που δεν θα σβήσει
ποτέ
«Σιωπηλή Φλόγα»
Ένας έρωτας που ζει μόνο μέσα στη
σιωπή…
Ένα μυστικό πάθος που καίει
αθόρυβα, αλλά αληθινά.
Το τραγούδι
«Σιωπηλή Φλόγα» αφηγείται την ένταση
και τη γλυκιά λύπη ενός έρωτα που δεν
μπορεί να ειπωθεί, αλλά ζει σε κάθε
σκέψη, σε κάθε ανάσα.
Μια μουσική
διαδρομή ανάμεσα στην επιθυμία και το
μυστήριο, που αγγίζει την καρδιά και
αφήνει τη φλόγα να καίει σιωπηλά.

Ολα Μου Τα Τραγουδια Σε Βιντεο!!
Καλη Ακροαση!!

Δεν Κάνω Συμβιβασμούς
(Κουπλέ 1)
Μη με γυρεύεις στα παλιά, εκεί που με δίπλωσες,
στα «ίσως» και στα «μη» σου, εκεί που με τύφλωσες.
Ζήτησες έναν ρόλο, μια ψεύτικη παράσταση,
μα η δική μου η ψυχή δεν θέλει ανάσταση.
Στον κόσμο μου δεν έχει χρυσάφι και στολίδια,
μόνο γκρεμισμένα όνειρα και σκουριασμένα φίδια.
(Ρεφρέν)
Αν θέλεις να μείνεις, μάθε πλάι μου να περπατάς,
την αλήθεια μου γυμνή, στα χέρια σου να κρατάς.
Δεν κάνω πια συμβιβασμούς, το τίμημα το πλήρωσα,
την πόρτα μου την έκλεισα, τη μοναξιά μου οχύρωσα.
Δεν με τρομάζει η σιωπή, ούτε η δική σου η απουσία,
σε έναν κόσμο υποκριτών, διάλεξα την ουσία.
(Κουπλέ 2)
Μην μπερδεύεις την απόσταση με θυμό ή με κακία,
είναι που πλέον μου προκαλείς μια απέραντη απάθεια.
Εκεί που έψαχνες ρωγμές, εγώ έχτισα τείχη,
και η δική σου η φωνή, μες στη δική μου δεν αντήχει.
Κράτα την εικόνα σου, την ψεύτικη βιτρίνα,
εγώ ανήκω στους λίγους, στης νύχτας τη γαλήνη.
(Bridge)
Δεν σε μισώ, δεν σου χρωστώ, ούτε μια σταγόνα αίμα,
τελείωσαν τα λόγια σου, κάηκε το ψέμα.
Κοίτα με τώρα, είμαι εδώ, όρθια και ελεύθερη,
σε αυτό το παιχνίδι, δεν υπήρξα ποτέ δεύτερη.
(Outro)
Τώρα… γνωρίζεις.
Η πόρτα έκλεισε.
Τελειώσαμε.

Ο Κανόνας της Σιωπής
(Κουπλέ
1)
Το
φως της οθόνης, σημάδι στο δέρμα
μια
πόλη που λάμπει, μα μοιάζει με ψέμα.
Στο
διπλανό δωμάτιο μια ξένη ζωή
κι εδώ
στο σκοτάδι, μονάχα η φωνή.
Δεν ξέρω
το βλέμμα, δεν ξέρω το σώμα
μα νιώθω
την ανάσα σου πάνω στο στόμα.
(Ρεφρέν)
Είναι
ο κανόνας της σιωπής που μας δένει
μια
αγάπη κρυφή, στην οθόνη γραμμένη.
Χιλιόμετρα
μηδέν, μα το «ποτέ» μας χωρίζει
η ψυχή
σου τη δική μου στα τυφλά αναγνωρίζει.
Σ'
αγαπάω με τα μάτια κλειστά, στο
σκοτάδι
γιατί η αλήθεια δεν θέλει
σημάδι.
(Κουπλέ
2)
Στους
δρόμους σε ψάχνω, σε ξένες μορφές
σε
αρώματα που πέρασαν, σε παλιές ενοχές.
Ίσως
δίπλα μου στάθηκες μια βροχερή Κυριακή
μα
ο νόμος που βάλαμε, μας κρατάει
εκεί.
Προτιμώ την εικόνα σου να την
πλάθω εγώ
παρά μια συνάντηση σε έναν
κόσμο φτωχό.
(Γέφυρα
- Bridge)
Δεν
σε είδα ποτέ, μα σε ξέρω πιο δικό μου
από
κάθε καθρέφτη, από κάθε όνειρό μου.
Αν
σε δω θα χαθούμε, αν σε αγγίξω θα
σπάσει
αυτή η μαγεία που ο φόβος έχει
πλάσει.
(Ρεφρέν)
Είναι
ο κανόνας της σιωπής που μας δένει
μια
αγάπη κρυφή, στην οθόνη γραμμένη.
Χιλιόμετρα
μηδέν, μα το «ποτέ» μας χωρίζει
η ψυχή
σου τη δική μου στα τυφλά αναγνωρίζει.
Σ'
αγαπάω με τα μάτια κλειστά, στο
σκοτάδι
γιατί η αλήθεια δεν θέλει
σημάδι.
(Επίλογος
- Outro)
Μείνε
εκεί... μια φωνή, ένας ψίθυρος μόνο.
Να
νικάμε το χρόνο.
Στον κανόνα της
σιωπής...
Μείνε εκεί.

Αλήτισσα Και Μάγκισσα
(Κουπλέ
1)
Μην παίζεις με τη φωτιά, θα καείς
στο σκοτάδι
νόμιζες πως με γέλασες
μ' ένα φτηνό σημάδι.
Μα η διαίσθηση
εντός μου είναι αλήτισσα και μάγκισσα,
τις
ψεύτικες τις λέξεις σου,με μια ματιά
τις δάμασα.
(Κουπλέ
2)
Σου
έδωσα τον χρόνο σου, σου έδωσα ευκαιρία
να
βγάλεις λάθος την καρδιά, να αλλάξεις
την πορεία.
Μα εσύ την υποτίμησες,
την είπες αυταπάτη
κι εκείνη σιωπηλά
έχτιζε το επόμενο παλάτι.
(Ρεφρέν)
Κι
είναι οξύμωρο, σου λέω, όσο πέφτει στην
πλάνη
τόσο η δύναμη θεριεύει και το
φόβο τον κάνει
έναν άσσο κρυμμένο
που φυλάει στο μανίκι...
Στο τέλος η
διαίσθηση ορίζει τη νίκη!
Μην
προσπαθήσεις να τη νικήσεις, δεν είναι
εύκολο
είναι το φως που ξεγυμνώνει
κάθε σου ένοχο.
(Γέφυρα
/ Bridge)
Κι
όταν θα νομίζεις πως το παιχνίδι έχει
λήξει
θα βγάλει το χαρτί που τη μοίρα
θα ορίσει.
Ένας άσσος σωστός, μια
αλήθεια γυμνή
η γυναίκα που ξέρει,
δεν μένει σιωπηλή.

Εκτός Συναγωνισμού
(Κουπλέ
1)
Μέσα στο πλήθος μια εικόνα θολή
όλοι
μοιάζουν με όλους, μια γκρίζα γραμμή.
Μα
ξαφνικά σπάει ο πάγος, φως παντού
είσαι
η έκρηξη, το θαύμα του ουρανού.
Δεν
θέλω χρόνο να σκεφτώ, ούτε λεπτό
αυτό
που βλέπω είναι ανώτερο, γραφτό.
(Pre-Chorus)
Δεν
υπάρχουν μέτρα, δεν υπάρχουν
σταθερές
προσπερνάς τα λάθη και τις
λογικές.
Ό,τι κι αν είχα δει, ό,τι κι
αν είχα πει
μπροστά σε σένα μοιάζει
απλή υπομονή.
(Ρεφρέν)
Γιατί
είσαι εσύ...Εκτός
Συναγωνισμού!
Το
λάθος μου, το σωστό μου, η τρέλα του
μυαλού.
Σε δικό σου γήπεδο, παίζεις
μοναχή
κι εγώ χάνω τον έλεγχο, χάνω
την επαφή.
Είσαι το σπάνιο, το ένα, το
μοναδικό
εκτός συναγωνισμού... και
σ' ευχαριστώ!
(Κουπλέ
2)
Μου
ανατρέπεις κάθε κανόνα, κάθε «πρέπει»
το
βλέμμα σου όλο τον κόσμο μου επιτρέπει.
Δεν
συγκρίνεσαι, δεν μπαίνεις σε
κουτιά
τρελαίνεις τη σκέψη, μου καις
την καρδιά.

Με Τους Δικούς Μου Ορους
(Κουπλέ
1)
Στη
ζωή μου δεν κοίταξα τι κάνει ο διπλανός,
ο
καθένας έχει έναν δρόμο και ορίζει ο
ίδιος πού πάει ο προορισμός.
Δεν
έκρινα, δεν μίλησα, σεβάστηκα πορείες,
και
δεν αντέχω πια να ακούω ξένες θεωρίες.
Ζητάω
πίσω τον σεβασμό που έδωσα απλόχερα,
να
μη μιλάτε για τη ζωή μου έτσι πρόχειρα.
(Ρεφρέν)
Τις
αποφάσεις μου τις παίρνω εγώ,
δικά
μου τα ρίσκα, στο φως και στο σκοτάδι.
Κι
αν πέσω κάτω, μόνη
θα σηκωθώ,
το τίμημα θα πληρώσω, πριν
βγει το βράδυ.
Λογαριασμό δεν δίνω
σε κανέναν,
τα λάθη είναι δικά μου,
διαλεγμένα.
(Κουπλέ
2)
Μην
μπερδεύετε ποτέ την ευγένεια με
αδυναμία,
γιατί η σιωπή μου δεν
σημαίνει και υποταγή.
Όποιος με
μειώσει ή με προκαλέσει με μανία,
θα
με βρει απέναντί του, σαν μια νέα
αρχή.
Υποδείξεις δεν δέχομαι για το
πώς θα ζήσω,
τη δική μου την αλήθεια
εγώ θα την κρατήσω.
(Γέφυρα
- Bridge)
Όταν
βάζω έναν στόχο, παλεύω με την ψυχή,
δεν
κάνω πίσω, δεν με λυγίζει καμία βροχή.
Με
καθαρό το βλέμμα, με πείσμα οδηγό,
στο
δικό μου σεργιάνι, εγώ θα είμαι εδώ.
(Ρεφρέν)
Τις
αποφάσεις μου τις παίρνω εγώ,
δικά
μου τα ρίσκα, στο φως και στο σκοτάδι.
Κι
αν πέσω κάτω, μόνη
θα σηκωθώ,
το τίμημα θα πληρώσω, πριν
βγει το βράδυ.
Λογαριασμό δεν δίνω
σε κανέναν,
τα λάθη είναι δικά μου,
διαλεγμένα.

Μη Χανεσαι..
(Στροφή 1)
Κοιτάζω πάλι το κενό στο δωμάτιο,
η νύχτα ντύνει τις σιωπές με μυστήριο.
Σε βλέπω να μακραίνεις σαν μια σκιά,
κι αφήνεις πίσω σου μια κρύα ερημιά.
(Στροφη 2)
Κλείνεις την πόρτα και υψώνεις πάλι τείχη,
λες πως η μοίρα σου έτσι το 'χει γράψει.
Μα η ψυχή σου κρύβει φως μες στο σκοτάδι,
μην την αφήνεις να σβηστεί σαν ένα χάδι.
(Ρεφρεν)
Μη χάνεσαι στις νύχτες τις αιώνιες,
μην κλειδώνεις την καρδιά σου σε χειμώνες.
Κράτα μια φλόγα ζωνπανή μες στα σκοτάδια,
μην αφήνεις τη ζωή να μένει άδεια.
Μη χάνεσαι... εδώ είμαι εγώ!
(Στροφη 3)
Ξέρω, πληγώθηκες από λόγια φτηνά,
υποσχέσεις που σπάσανε σαν γυαλιά.
Μα μην τρομάζεις το βαθύ τούτο σκοτάδι,
κάθε αυγή γεννιέται απ' το βράδυ.
(Ρεφρεν)
Μη χάνεσαι στις νύχτες τις αιώνιες,
μην κλειδώνεις την καρδιά σου σε χειμώνες.
Κράτα μια φλόγα ζωντανή μες στα σκοτάδια,
μην αφήνεις τη ζωή να μένει άδεια.
Μη χάνεσαι... εδώ είμαι εγώ!
[Outro]
Μη χάνεσαι...
Μείνε εδώ.
Στο δικό μας παραμύθι.

Απουσιες
[Στιχος 1]
Η ώρα φέρνει πάλι τη σιωπή
μια γνώριμη, παλιά αναμονή.
Κοιτάζω το κενό, ζητώ σημάδι
μα η απουσία σου με τυλίγει σαν σκοτάδι.
Κυλάνε οι μέρες μες στην ίδια τροχιά,
κι εσύ στους τοίχους μιας ζωής τόσο μακριά.
[Στιχος 2]
Υπάρχουν λόγια που ποτέ δεν θα ειπωθούν
και βλέμματα που μάθαν να κρυφτούν.
Κρατάς την απόσταση, τηρείς τα προσχήματα
κι αφήνεις τη σιωπή να γράφει κύματα.
Κι εγώ μια σκιά, στην άκρη του ορίζοντά σου,
να ψάχνω τη δική μου θέση στα όνειρά σου.
[Ρεφρεν]
Κι έγραψες "απουσίες" στο δικό μας το βιβλίο,
ένα συναίσθημα που πάγωσε στο κρύο.
Ένας τοίχος ψηλός που μας βάζει το φρένο,
σε έναν έρωτα κρυφό, μα καταδικασμένο.
Μια σκέψη που πονάει, μα κλείνει τα μάτια,
κι ας γίνεται η καρδιά χίλια κομμάτια.
[Στιχος 3]
Τόσα χρόνια που σε είχα σαν μούσα
κι ας ήξερα πως ποτέ δεν θα σε ακουμπούσα.
Τώρα οι σκιές φαντάζουν φτωχές,
μπροστά σε όσα κρύβουν οι κλειστές οι ψυχές.
Μένω εδώ, δεν αλλάζω πορεία,
θα μου αρέσεις από μακριά, αυτή είναι η ιστορία.
[Γεφυρα]
Κι αν ο κόσμος μάς χωρίζει στα δύο,
κι αν οι δρόμοι μας οδηγούν στο αντίο,
εγώ τη φλόγα μέσα μου θα κρατήσω,
πριν το τελευταίο φως να σβήσω...
[Ρεφρεν]
Κι έγραψες "απουσίες" στο δικό μας το βιβλίο,
ένα συναίσθημα που πάγωσε στο κρύο.
Ένας τοίχος ψηλός που μας βάζει το φρένο,
σε έναν έρωτα κρυφό, μα καταδικασμένο.
Μια σκέψη που πονάει, μα κλείνει τα μάτια...
[Outro]
Μια σκέψη που πονάει...
Στην ασφάλεια της σκέψης...
Μόνο σιωπή.

Η Σιωπη
[Στιχος 1]
Όταν λείπεις, η σιωπή πονάει,
το
μυαλό μου πίσω σε γυρνάει.
Είσαι μέσα
στις σκέψεις μου κρυφά,
κάθε λεπτό,
κάθε βραδιά.
Δεν χρειάζεται να είσαι
εδώ,
για να σε νιώθω, να σε ζητώ.
[Στιχος 2]
Όμως
ξέρω πως πρέπει να σταματήσω,
το
τηλέφωνο να μην το αγγίξω.
Δεν θα
στείλω μήνυμα ξανά,
κρατάω την καρδιά
μου μακριά.
Είναι δύσκολο, μα είναι
σωστό,
την αξιοπρέπειά μου να κρατώ.
[Ρεφρεν]
Η
σιωπή μου είναι η δύναμή μου τώρα,
να
αντέξω αυτή την καταιγίδα.
Κρατάω
την απόσταση, δεν κάνω βήμα,
κι ας
κλαίω κρυφά για το δικό μας κρίμα.
Το
να μη σε ψάξω, είναι η νίκη μου αυτή,
να
μείνω όρθια, να μείνω δυνατή.
[Στιχος 3]
Μαθαίνω
να ζω χωρίς εσένα,
κλειδώνω τα όνειρα
τα σβησμένα.
Όσα νιώθω δεν θα τα μάθει
κανείς,
ούτε εσύ, ούτε άνθρωπος της
γης.
Συνεχίζω τη ζωή μου κανονικά,
κι
ας πονάει η ψυχή μου χαμηλά.
[Γεφυρα]
Κάποιοι
άνθρωποι, το λέει κι η μοίρα,
δεν θα
γίνουν ποτέ μια αγκαλιά.Δεν
θα περπατήσουν μαζί στους δρόμους,
θα ζουν μόνο μέσα στα λόγια τα βουβά…
[Ρεφρεν]
Η
σιωπή μου είναι η δύναμή μου τώρα,
να
αντέξω αυτή την καταιγίδα.
Κρατάω
την απόσταση, δεν κάνω βήμα,
κι ας
κλαίω κρυφά για το δικό μας κρίμα…
[Outro]
Όχι
στη ζωή μου...
Μόνο στο μυαλό.
Στην
ασφάλεια της σκέψης...
Εκεί σε κρατώ.

Κατι Μου Κανεις Εσυ..
Στροφή 1
Κάτι μου κάνεις εσύ,κάπου βαθιά μες στην ψυχή.Σε μια κλωστή κρέμομαι ξανά,για μια αγάπη που δεν θα βρεθεί μετά.Κάτι υπέροχο μου χαρίζεις,και μετά αμέσως το σκορπίζεις.Μπερδεύεις πάλι το μυαλό,και με γυρνάς στο ίδιο σημείο.
Ρεφρέν
Σε μια κλωστή κρέμομαι, ναι, περιμένω μια αλλαγή να φανεί.Μέσα στις φλόγες χορεύω εγώ,μια σπίθα μόνο για να πιαστώ,να νιώσω ζωντανή ξανά.
Στροφή 2
Κάτι μου κάνεις εσύ,κάπου βαθιά μες στην ψυχή.Ήλπιζα να πλησιάσω κοντά,σε μια γαλήνη που δεν βρίσκω πουθενά.
Γέφυρα
Μέσα
στις φλόγες χορεύω, ναι,μια σπίθα μόνο
για να πιαστώ.Μόνο για να βρεθώ κοντά,τόσο
κοντά σου για να σου πω...
Πως κάτι μου
κάνεις εσύ,κάτι βαθιά μες στην ψυχή.

Ο Χρόνος Δεν Είναι Γιατρός
[Στροφή
1]
Πριν Κρίνεις Το Χαμόγελο Ή Τη Σιωπή
Κάποιου..
Σκέψου Πόσες Καταιγίδες
Πέρασε Μόνος Του..
Δεν Ξέρεις Πόσα
Κομμάτια Του Μάζεψε Από Το Πάτωμα..
Για
Να Σταθεί Όρθιος Μπροστά Σου Μια Ακόμα
Φορά..
[Ρεφρέν]
Ο
Χρόνος Δεν Είναι Γιατρός, Είναι Απλά
Συνοδοιπόρος..
Σε Μαθαίνει Να Περπατάς
Με Τα Σημάδια Σου..
Ο Πόνος Δεν Φεύγει
Πάντα, Απλά Μεταμορφώνεται..
Σεβάσου
Τη Διαδρομή Του, Είναι Ο Άθλος Του..
[Στροφή
2]
Πίσω
Από Κάθε Απόμακρο Βλέμμα Κρύβεται Μια
Ιστορία..
Μια Μάχη Που Δεν Θα Ακουστεί
Ποτέ Στο Φως..
Αν Δεν Μπορείς Να
Απαλύνεις Τον Πόνο Του..
Τουλάχιστον
Μην Υποθέτεις Και Μην Γίνεσαι Το Βάρος
Του..
[Ρεφρέν]
Ο
Χρόνος Δεν Είναι Γιατρός, Είναι Απλά
Συνοδοιπόρος..
Σε Μαθαίνει Να Περπατάς
Με Τα Σημάδια Σου..
Ο Πόνος Δεν Φεύγει
Πάντα, Απλά Μεταμορφώνεται..
Σεβάσου
Τη Διαδρομή Του, Είναι Ο Άθλος Του..

Οι
Κανονες Της Νυχτας
[Verse 1 - Ραπ / Storytelling]
Όταν
Το Φως Της Μέρας Σβήνει Στην Πόλη..
Η
Νύχτα Απλώνει Το Σκοτάδι Της Σε Όλη..
Εκεί
Που Οι Άνθρωποι Βγάζουν Τις Μάσκες..
Και
Οι Σκιές Γίνονται Οι Μόνοι Μας
Συμπαίκτες..
Δεν Υπάρχουν Ψέματα Κάτω
Από Τα Φώτα Νέον..
Κάθε Μυστικό Βγαίνει
Στην Επιφάνεια Πλέον..
Περπατάω Μόνη
Μου Στον Βρεγμένο Δρόμο..
Και Η Σιωπή
Μου Μαθαίνει Έναν Νέο Νόμο..
[Chorus - Μελωδικό Ρεφρέν]
Η
Νύχτα Έχει Τους Δικούς Της Κανόνες..
Εδώ
Που Σβήνουν Όλοι Οι Φόβοι Και Οι
Χειμώνες..
Μέσα Στο Σκοτάδι Η Αλήθεια
Μας Λάμπει..
Και Κάθε Πληγή Μας Σιγά
Σιγά Γλυκαίνει..
Μην Φοβηθείς Το Βαθύ
Αυτό Νερό..
Μέσα Στη Νύχτα Θα Βρεις
Όσα Έχεις Χάσει..
[Verse 2 - Ραπ / Storytelling]
Το
Ρολόι Δείχνει Περασμένες Δύο..
Το
Κορμί Μου Τρέμει Αλλά Όχι Από Κρύο..
Είναι
Η Ένταση Που Κρύβει Κάθε Στενό..
Όσα
Δεν Φαίνονται Είναι Που Ποθώ..
Καίω
Το Παρελθόν Μου Μέσα Στη Φλόγα..
Μεγαλώνω
Και Αλλάζω Κάθε Μου Μόδα..
Αφήνομαι
Στα Χέρια Της Νύχτας Ολοκληρωτικά..
Εδώ
Που Τα Πάντα Συμβαίνουν Μαγικά..
[Chorus
- Μελωδικό Ρεφρέν]
Η
Νύχτα Έχει Τους Δικούς Της Κανόνες..
Εδώ
Που Σβήνουν Όλοι Οι Φόβοι Και Οι
Χειμώνες..
Μέσα Στο Σκοτάδι Η Αλήθεια
Μας Λάμπει..
Και Κάθε Πληγή Μας Σιγά
Σιγά Γλυκαίνει..
Μην Φοβηθείς Το Βαθύ
Αυτό Νερό..
Μέσα Στη Νύχτα Θα Βρεις
Όσα Έχεις Χάσει..

Ελα Να Μπλεξουμε
[Verse 1]
Έξω Η Βροχή Κυλάει Πάνω Στο Γυαλί.
Και
Το Μπλε Φως Του Δωματίου Μας Μαγεύει.
Μέσα
Στην Αγκαλιά Σου Όλος Ο Κόσμος Σωπαίνει.
Η
Δική Σου Παρουσία Την Καρδιά Μου Ημερεύει.
[Verse
2]
Κάθεσαι Κοντά Μου Όμορφη Στον
Καναπέ.
Κρύβεις Το Πρόσωπό Σου Στον
Λαιμό Μου Με Ντροπή.
Είναι Μαγικό Να
Νιώθω Την Ανάσα Σου.
Να Διώχνει Κάθε
Φόβο Μέσα Στη Σιωπή.
[Chorus]
Έλα
Να Μπλέξουμε Στο Δικό Μας Παραμύθι.
Εκεί
Που Η Αγάπη Είναι Φως Και Ζεστασιά.
Κοίτα
Μέσα Στα Μάτια Μου Και Χαμογέλα Μου.
Το
Φιλί Μας Σβήνει Όλα Τα Παλιά.
Μαζί
Σου Η Ζωή Είναι Πιο Όμορφη Ξανά.
[Verse
3]
Ανεβαίνουμε Ψηλά Στην Κρυφή Μας
Ταράτσα.
Τυλιγμένες Με Μια Κουβέρτα
Κάτω Από Τα Αστέρια.
Κάνουμε Ευχές
Και Μετράμε Τις Στιγμές Μας.
Κρατώντας
Σφιχτά Τα Δικά Σου Ζεστά Χέρια.
[Chorus]
Έλα
Να Μπλέξουμε Στο Δικό Μας Παραμύθι.
Εκεί
Που Η Αγάπη Είναι Φως Και Ζεστασιά.
Κοίτα
Μέσα Στα Μάτια Μου Και Χαμογέλα Μου.
Το
Φιλί Μας Σβήνει Όλα Τα Παλιά.
Μαζί
Σου Η Ζωή Είναι Πιο Όμορφη Ξανά.
[Outro]
Δύο
Όμορφες Ψυχές Στο Ήρεμο Ημίφως.
Ένα
Γλυκό Μειδίαμα Που Λέει Την Αλήθεια.
Μην
Μπλέξεις Μαζί Μου.
Μα Έλα Να Μπλέξουμε
Για Πάντα.
